Η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας και οι ενστάσεις της Εκκλησίας της Σερβίας




Του Ομοτίμου Καθηγητού
της Θεολογικής Σχολής
του Πανεπιστημίου των Αθηνών
Ελλογιμ. κ. Βλασίου Ι. Φειδά

Ἡ ἀπαντητική Ἐπιστολή τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Σερβίας κ. Εἰρηναίου, διά τῆς ὁποίας κοινοποιεῖται ἡ ὑπ’ ἀριθμ. πρωτοκ. 1119 ἀπαντητική Ἐπιστολή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας πρός τήν Α. Θ. Παναγιότητα τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, προβάλλει, ὡς βασικούς μάλιστα λόγους τῆς ἀρνητικῆς θέσεως αὐτοῦ, τάς...
παντελῶς ἀβασίμους καί προφανῶς πλασματικάς ὑποθέσεις, διά τῆς γνωστῆς μάλιστα μεθόδου τῆς «λήψεως τοῦ ζητουμένου» (petitio principii), ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι δῆθεν ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης ἐνήργησε τάς δῆθεν ἀντικανονικάς πράξεις τῆς ἀνακηρύξεως τῆς αὐτοκεφαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, ἤτοι ὁτι δῆθεν αἱ πράξεις αὐταί ἐγένοντο «ἐπί τοῦ κανονικοῦ ἐδάφους τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι δῆθεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας «ἱδρύθη καί ἀπέκτησεν αὐτοκεφαλίαν, καί δή κατόπιν διαλεκτικοῦ ἅλματος τῶν ἀμετανοἠτων σχισματικῶν εἰς γνησίους, κανονικούς ἀρχιερεῖς κληρικούς καί πιστούς».

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, δέον ὅπως ἀξιολογηθοῦν καί αἱ «ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης» διατυπωθεῖσαι «τέσσαρες ἐνστάσεις» ἐπί τῇ βάσει μάλιστα τῶν δύο ἀνωτέρω αὐθαιρέτων προλήψεων, ἀβασίμων κρίσεων καί σαφῶς πλασματικῶν ἤ ὑποβολιμαίων ὑποθέσεων τῶν συντακτῶν τῆς ἀπό 6ης Φεβρουαρίου 2019 Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Τό ὅλον πνεῦμα τῆς Ἐπιστολῆς ἀπεσκόπει εἰς τήν ἐξυπηρέτησιν προφανῶς ἰδιοτελῶν προσδοκιῶν ἤ ἰδεοληπτικῶν σκοπιμοτήτων, διότι αἱ πλασματικαί αὐταί ὑποθέσεις ὑποστηρίζονται ἐσφαλμένως καί ἀκρίτως κατά τρόπον μάλιστα ἀλαζονικόν, ἤ καί ἀνάρμοστον, ὡς ἐάν «ἐπ’ αὐτοῖς κεῖνται τά τῆς Ἐκκλησίας».

Προφανῶς, οἱ συντάκτες τῆς Ἐπιστολῆς ἔχουν ἐπιλεκτικήν ἄγνοιαν ὄχι μόνον τῶν πραγματικῶν ἱστορικῶν γεγονότων καί τῶν σχετικῶν αὐθεντικῶν πηγῶν διά τάς διαχρονικάς σχέσεις τῆς Μητροπόλεως Κιέβου καί τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας κατά τούς τέσσαρας τελευταίους αἰῶνας, ἀλλά καί τῶν καθιερωμένων κανονικῶν κριτηρίων διά τάς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τούς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀπεσχισμένους ἐκ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος αὐτῆς ὀρθοδόξους κληρικοῦς, μοναχούς καί λαϊκούς. Τά κανονικά αὐτά κριτήρια ἔχουν μεῖζον κῦρος κατά τήν ἐφαρμογήν αὐτῶν, ὅταν ἡ ἀπόσχισις ἐγένετο διά μόνην τήν ἐπίμονον ἄρνησιν αὐτῶν ὄχι μόνον νά ὑποταγοῦν εἰς τάς ἀπωθημένας δυναστικάς ἀξιώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀλλά καί νά ἀκυρώσουν τήν εὔλογον κανονικήν ἀξίωσιν αὐτῶν διά τήν ἐπίσημον ἀπόδοσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς ἀνεξαρτήτου πλέον ἀπό τήν Σοβιετικήν Ἕνωσιν Δημοκρατίας τῆς Οὐκρανίας.

Προφανῶς, οἱ συντάκτες τῆς ἀπαραδέκτου ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τήν Α.Θ. Παναγιότητα τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχην ἐπέλεξαν νά διαστρέψουν ἀκρίτως, κατά προσπάθειαν ἤ ἀντιπάθειαν, τά εἰς πάντας πλέον γνωστά πλέον γεγονότα τῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Διονυσίου Δ’ (1686). Οὕτως, ὑποστηρίζουν αὐθαιρέτως καί ἐσφαλμένως εἰς τήν «πρώτην ἔνστασιν» αὐτῶν, ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι δῆθεν ἡ Μητρόπολις τοῦ Κιέβου εἶναι ἥκιστα ταυτιστέα πρός τήν σήμερον «Οὐκρανίαν», ἐμπεριέχουσαν καί δεκάδας ἑτέρων ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι δῆθεν ἡ Μητρόπολις Κιέβου «παρεχωρήθη ἐν ἔτει 1686 τῷ Πατριαρχείῳ Μόσχας, ὅπερ τεκμαίρεται ἐκ τῶν κειμένων» τοῦ Πατριάρχου Διονυσίου. Ἐν τούτοις, αἱ γνωσταί πλέον εἰς πάντας σχετικαί Ἐπιστολαί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Διονυσίου ὄχι μόνον δέν βεβαιώνουν, ἀλλά, πᾶν τοὐναντίον, ἀποκλείουν ρητῶς καί ἐκπεφρασμένως τάς ἀκρίτως διατυπουμένας πλασματικάς αὐτάς ὑποθέσεις τῶν συντακτῶν τῆς ἀπαντητικῆς αὐτῆς Ἐπιστολῆς.

Πράγματι, τάς ὑποθέσεις αὐτάς ἀποκλείουν ρῆτως πᾶσαι αἱ Ἐπιστολαί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἤτοι πρός τούς τσάρους Ἰβάν καί Πέτρον, πρός τόν Ἑτμάνον τόν Κοζάκων Σαμοΐλοβιτς, πρός τόν Πατριάρχην Μόσχας Ἰωακείμ, πρός τόν Μητροπολίτην, τόν κλῆρον καί τόν λαόν τῆς Μητροπόλεως Κιέβου κ.ἄ., ἰδίᾳ δέ διά τῶν τιθεμένων αὐστηρῶν κανονικῶν ὅρων, ἤτοι τῆς μνημονεύσεως τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου εἰς πᾶσαν θείαν Λειτουργίαν, τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ ὑπό τῆς Κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως τῆς Μητροπόλεως Κιέβου κ. ἄ.. Συνεπῶς, διά τῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου (1686) παρεχωρήθη ἁπλῶς «ἡ ἄδεια» ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας Ἰωακείμ μόνον νά χειροθετῇ ἤ νά ἐνθρονίζῃ, ἐξ ὀνόματος πάντοτε τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τόν ἐκλεγόμενον ὑπό τῆς Κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως τῆς Μητροπόλεως Κιέβου Μητροπολίτην, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως καί ἡ δικαιοδοσία ἐπί τῆς Μητροπόλεως Κιέβου. Ἄλλωστε, αὐτό ὁμολογοῦν ρητῶς εἰς τάς σχετικάς Ἐπιστολάς αὐτῶν τόσον οἱ τσάροι Ἰβάν καί Πέτρος, ὅσον καί ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἰωακείμ, οἱ ὁποῖοι εἶχον σαφῆ τήν συνείδησιν ὅτι δέν ἠδύναντο νά ζητήσουν καί τήν δικαιοδοσίαν ἐπί τῆς Μητροπόλεως Κιέβου, ὄχι μόνον διότι δέν θά παρεχωρεῖτο ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί διότι ἦτο ἀδύνατον νά τήν ἀσκήσουν εἰς τήν πράγματι εὐρυτάτην τότε δικαιοδοσίαν τῆς Μητροπόλεως Κιέβου.

Εἶναι λοιπόν εὐνόητον ὅτι οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς ἔχουν ἰδίαν ἤ ὑποβολιμαίαν διά τό οὐκρανικόν ζήτημα γνώμην, ἀλλ’ ὅμως δέν προσεπάθησαν, ὡς θά ἔδει, νά ἀποκτήσουν καί τήν ἀναγκαίαν γνῶσιν τῶν πραγματικῶν ἱστορικῶν δεδομένων, τά ὁποῖα συνδέονται ἀρρήκτως πρός τό συγκεκριμένον ζήτημα. Οὕτως, ἀποφαίνονται ἀκρίτως καί «ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης», διά τῆς πλασματικῆς μάλιστα μεθόδου τῆς λήψεως τοῦ ζητουμένου (petitio principii), καίτοι τό Πατριαρχεῖον Μόσχας οὐδέποτε ἐδήλωσεν ἐπισήμως, τουλάχιστον μέχρι τῆς ἐπισήμου διαλύσεως τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως (25 Δεκ. 1991), ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ἀνῆκεν εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἤτοι ὡς κανονικόν ἔδαφος αὐτοῦ. Ἄλλωστε, ὁ Πατριάρχης Μόσχας οὐδέποτε ἠδυνήθη νά ἀσκήσῃ καί αὐτήν εἰσέτι τήν «ἐπιτροπικῶς» παραχωρηθεῖσαν εἰς αὐτόν «ἄδειαν» ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου νά «χειροθετῇ» ἤ νά «ἐνθρονίζῃ» τόν ἐκλεγόμενον ὑπό τῆς Κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως τῆς Μητροπόλεως Κιέβου Μητροπολίτην. Συνεπῶς, οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς θά ἔδει νά διερωτηθοῦν ἐπίσης, ἄν τό Πατριαρχεῖον Μόσχας εἶχε κανονικῶς τό δικαίωμα ἐπιβολῆς βαρυτάτων ποινῶν εἰς τόν Μητροπολίτην Κιέβου, ἐπειδή ἡ ὑπό τήν προεδρίαν αὐτοῦ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς ἀνεξαρτήτου Δημοκρατίας τῆς Οὐκρανίας ἠξίωσεν ἐπισήμως τήν ἀνακήρυξιν τῆς αὐτοκεφαλίας αὐτῆς, ἤτοι ὡς ἔπραξαν καί πᾶσαι αἱ αὐτοκέφαλοι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι τῶν νεωτέρων χρόνων, χωρίς ὅμως νά ὑποστοῦν ἀναλόγους ἀντικανονικάς συνεπείας.

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, δέον ὅπως ἀξιολογηθῆ κανονικῶς καί «ἡ δευτέρα ἔνστασις» τῶν συντακτῶν τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά τῆς ὁποίας ἀπορρίπτουν τήν «ἀνακηρυχθεῖσαν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας» ὡς «κανονικῶς μέ ἀνυπόστατον, ἐν τοῖς πράγμασι δέ βιαίως ἐπιβεβλημένην», διό καί ὑποστηρίζουν τήν «ἔνστασιν» αὐτήν διά κανονικῶς αὐθαιρέτων καί παντελῶς ἀβασίμων πλασματικῶν ἐπιχειρημάτων, ἤτοι ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι δῆθεν «οἱ σχισματικοί παρέμειναν σχισματικοί», ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι δῆθεν «ὁ ἅπαξ σχισματικός, ἀεί σχισματικός». Βεβαίως, αἱ ἀφοριστικαί αὐταί διακηρύξεις, ἀξιολογούμεναι ὑπό το φῶς τῆς καθιερωμένης ὀρθοδόξου κανονικῆς παραδόσεως, ἐγγίζουν τά ὅρια τοῦ παραλόγου, διότι εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀγωνίζεται πάντοτε καί διά πάσης δυνατῆς θυσίας διά τήν ἐπιστροφήν τῶν σχισματικῶν εἰς τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

Ὑπό τό πνεῦμα λοιπόν τῆς καθιερωμένης ὀρθοδόξου κανονικῆς παραδόσεως εἶναι σαφές ὅτι τόσον διά τῆς ἀσκήσεως τοῦ κανονικοῦ δικαιώματος τοῦ Ἐκκλήτου ὑπό τοῦ ἡγέτου τῶν μή ἀποδεχθέντων τάς δυναστικάς ἀξιώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτου Κιέβου Φιλαρέτου πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, ὅσον καί διά τῆς ἀποδοχῆς αὐτοῦ εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, μετά τήν καθιερωμένην συνοδικήν ἀξιολόγησιν καί κρίσιν τοῦ ὑποβληθέντος Ἐκκλήτου, ἀποκατεστάθησαν αὐτομάτως εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, κατά τήν ὁμόφωνον κανονικήν παράδοσιν καί τήν συνεπῆ πρός αὐτήν διαχρονικήν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν, πάντες οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτόν ἀρχιερεῖς, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί. Συνεπῶς, εἶναι παντελῶς ἀβάσιμοι καί σαφῶς σχολαῖοι οἱ ἀκρίτως διατυπούμενοι πλασματικοί ἀφορισμοί περί τῶν σχισματικῶν, διό καί παραμένουν αὐτοί καθ’ αὑτούς ἐκκλησιαστικῶς ἀνυπόστατοι, ἀφ’ ἑνός μέν διότι στεροῦνται τῶν καθιερωμένων ἀναγκαίων κανονικῶν ἐρεισμάτων, ἀφ’ ἑτέρου δέ διότι δέν ὑπηρετοῦν τήν ἀναγκαίαν προοπτικήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, συμφώνως πρός τήν προσευχήν καί τήν προτροπήν τοῦ θείου Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰω. 17, 21).

Εἶναι λοιπόν εὐνόητον ὅτι οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τάς ἑπομένας δύο «ἐνστάσεις» αὐτῶν διετύπωσαν ἀκρίτως τήν ὑποκειμενικήν κρίσιν αὐτῶν, ἤτοι ὅτι δέν ἀναγνωρίζουν, ἀφ’ ἑνός μέν «τήν καταχρηστικῶς ἀποκληθεῖσαν Ἑνωτικήν Σύνοδον, ἐν ᾗ οὐδείς ἀρχιερεύς τῆς κανονικῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔλαβε μέρος» («τρίτη ἔνστασις»), ἀφ’ ἑτέρου δέ «τήν σχισματικήν Ἱεραρχίαν ὡς Ὀρθόδοξον Ἱεραρχίαν, οὐδέ τόν σχισματικόν κλῆρον ὡς ὀρθόδοξον» («τετάρτη ἔνστασις»), διότι ἠκολούθησαν τάς σχισματικάς παρατάξεις. Ἐν τούτοις, οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς εἰς τήν «τρίτην ἔνστασιν» παραθεωροῦν σκοπίμως τό γεγονός, ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης προσεκάλεσεν εἰς τήν «Ἑνωτικήν Σύνοδον» τόσον τούς 82 ρωσσοφίλους ἀρχιερεῖς, ὅσον καί τούς 62 ὑπερμάχους τῆς αὐτοκεφαλίας ἀρχιερεῖς.

Ἐν τούτοις, οἱ 80 ρωσσόφιλοι ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ὑπό τήν πίεσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, μετά τήν ἀπόσχισιν τῶν «αὐτοκεφαλιστῶν» ἀρχιερέων (1992), ὡς συνάγεται καί ἐκ τῶν Διπτύχων αὐτῆς, εἶχον ὡς ἀποστολήν νά ἐλέγχουν τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Οὐκρανίας, διό καί ἠρνήθησαν τἠν συμμετοχήν αὐτῶν, κατ’ ἐντολήν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, καίτοι, ἄν προσήρχοντο, θά εἶχον τήν πλειοψηφίαν εἰς τήν «Ἑνωτικήν Σύνοδον» τῆς ἤδη αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας. Συνεπῶς, οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς εἰς τήν «τετάρτην ἔνστασιν» αὐτῶν, ἀπέφυγον νά συναγάγουν τό αὐτονόητον αὐτό συμπέρασμα, ἤτοι ὅτι τό Πατριαρχεῖον Μόσχας ἀπέρριπτεν ἀδιαλλάκτως τήν αὐτοκεφαλίαν τῆς Ἐκκλησίας Οὐκρανίας. Οὕτω, κατεδίκαζε αὐθαιρέτως καί ἀκρίτως πάντας τούς ὑπερμάχους αὐτῆς, ἐπειδή ἀπετέλουν ἐμπόδιον εἰς τά ἀθέμιτα σχέδια αὐτοῦ διά τήν ἀπορρόφησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας εἰς τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, ἤτοι πάντας τούς ἀπεσχισμένους ἀρχιερεῖς, κληρικούς, μοναχούς καί πιστούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀποτελοῦν τό 80% περίπου τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος τῶν 40 ἑκατομυρίων περίπου ὀρθοδόξων πιστῶν τῆς αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας.

Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι οἱ συντάκται τῆς ἀλαζονικῆς αὐτῆς Ἐπιστολῆς προσέδωσαν εἰς αὐτήν ἰδιάζοντα προκλητικόν χαρακτῆρα, ἐξ ἰδίας μάλιστα αὐθεντίας, διότι αἱ ἀντικανονικαί, πλασματικαί καί ὑποβολιμαῖαι προτάσεις αὐτῶν διετυπώθησαν σαφῶς πρός ἱκανοποίησιν ξένων πρός τήν ἀποστολήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἰδεοληπτικῶν, ἰδιοτελῶν ἤ καιρικῶν οὐτοπικῶν ἐπιδιώξεων. Βεβαίως, αἱ προτάσεις αὐταί οὐδεμίαν θά ἔχουν ἀπήχησιν, εἰ μή μόνον εἰς τούς ὀλίγους ἀδιαλλάκτους πολεμίους τῆς αὐτοκεφαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, διά τούς γνωστούς καί εὐνόητους λόγους, ὡς οὐδεμίαν εἶχον ἀπήχησιν καί αἱ ἀνάλογοι προτάσεις αὐτῶν τόσον διά τήν σύγκλησιν, ὅσον καί διά τήν ἀποδοχήν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, Ἰούν. 2016). Συνεπῶς, ἡ συγκεκριμένη ἀλαζονική Ἐπιστολή θά παραμείνῃ ἐπίσης εἰς τό Ἀρχεῖον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς καί αἱ ὄψιμοι Ἐπιστολιμαῖαι προτάσεις αὐτῶν διά τήν κίνησιν τῆς διαδικασίας πρός ἀποδοχήν δῆθεν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, αἱ ὁποῖαι θά ἀγνοηθοῦν πλήρως εἰς τήν σχετικήν ἐκκλησιαστικήν γραμματείαν.