Επίσκοπος Αβύδου Κύριλλος: Το μέλλον ανήκει σε μία μοναδική και κανονική αυτοκέφαλη Εκκλησία στην Ουκρανία


 

«Η αποσύνδεση του Πατριαρχείου Μόσχας από τις επιδιώξεις του ρωσσικού πολιτικού καθεστώτος σε συνδυασμό με την αλαζονεία που το διακατέχει θα ήταν ένα σοβαρό βήμα για την επίλυση του προβλήματος και την ειρήνη. Εάν αυτό αργήσει πολύ θα αργήσει και η υπέρβαση της εκκλησιαστικής κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση η πορεία προς την ενότητα, ακόμα και όταν παραθεωρούνται θεμελειώδεις εκκλησιολογικές και κανονικές παράμετροι, υπαγορεύεται από τον κοινό νου. Το κέλευσμα του κοινού νοός είναι προφανές: Το μέλλον ανήκει σε μία μοναδική και κανονική αυτοκέφαλη Εκκλησία στην Ουκρανία.»

 

Αναλυτική παρουσίαση του Ουκρανικού Εκκλησιαστικού Ζητήματος και των πλέον σημαντικών παραμέτρων του από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αβύδου κ. Κύριλλο, Καθηγητή Ιστορικής και Δογματικής Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ, η οποία δημοσιεύθηκε στο Επίσημο Δελτίο των εν Δωδεκανήσω Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου «ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ».

 

 

 

† Ἐπίσκοπος Ἀβύδου

ΚΥΡΙΛΛΟΣ (Κατερέλος)

 

Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εἶναι πολὺ γνωστό, ὅτι ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴν ἀπόδοση Αὐτοκεφαλίας στὴν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 2018, ὁδήγησε πράγματι στὴν ἐπίδοση τοῦ Τόμου Αὐτοκεφαλίας[1] στὸ Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου κ. Ἐπιφάνιο τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων τοῦ ἑπομένου ἔτους (6 Ἰανουαρίου 2019), ὁ ὁποῖος ὅπως εἶναι ἐπίσης γνωστὸ, εἶχε ἐκλεγεῖ ἀπὸ ἑνωτικὴ Σύνοδο Οὐκρανῶν Ἐπισκόπων (15 Δεκ. 2018). Μέχρι τότε ὑπῆρχαν στὸ ἔδαφος τῆς Οὐκρανίας 3 Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες: Μία αὐτόνομη Ἐκκλησία ὑπαγόμενη στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, μία ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὸ ὄνομα «Πατριαρχεῖο Κιέβου» ὑπὸ τὸν Φιλάρετο (Ντενισένκο) καὶ μία ἄλλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο (Μαλέτιτς), Προκαθήμενο τῆς «Οὐκρανικῆς Αὐτοκέφαλης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας». Δὲ χρειάζεται νὰ ἐπιχειρηματολογήσει κανεὶς γιὰ τὸ ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτο αὐτῆς τῆς κατάστασης, τῆς θλιβερῆς αὐτῆς κατάστασης, τῆς ὁποίας τὰ τραύματα θὰ ἔπρεπε ἤδη ἀπὸ τὸν 20ο αἰώνα νὰ εἶχαν θεραπευτεῖ. Εἶναι βέβαια γεγονός, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ κ´ αἰώνα εἶχε ἀρκετὲς φορές - τουλάχιστον 3 ἐπίσημα- κληθεῖ νὰ θεραπεύσει τὸ βαθὺ αὐτὸ τραῦμα. Οἱ ἐκκλήσεις πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ δώσει λύση στὴν ἀπαράδεκτη αὐτὴ κατάσταση ἔγιναν περισσότερο συχνὲς καὶ ἔντονες ἀπὸ τότε ποὺ ἡ Οὐκρανία, μιὰ μεγάλη χώρα μὲ πάνω ἀπὸ 40 ἑκατ. κατοίκους, τὸ 1991, μὲ τὴ διάλυση τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, ἔγινε ἀνεξάρτητο κράτος[2]. Μὲ παρρησία θὰ ἔλεγα, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ καθυστέρηση πολλῶν ἐτῶν καὶ πολλῶν δεκαετιῶν ἀπεφάσισε νὰ δείξει τὸ δρόμο τῆς ἐπίλυσης. Ὁ δρόμος δὲ αὐτὸς εἶναι πολὺ ἁπλός, ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ ὁ μόνος ἀποδεκτός: Δηλ. στὴν Οὐκρανία νὰ ὑπάρχει μόνο μία Ἐκκλησία καὶ σὲ κάθε τόπο νὰ ὑπάρχει ἕνας μόνο Ἐπίσκοπος. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κάποιος ποὺ νὰ ἀμφισβητεῖ τὴν ὀρθότητα αὐτῆς ἀρχῆς;

Παρότι στὸ παραπάνω ἐρώτημα ἡ ἀπάντηση εἶναι αὐτονόητα ἀρνητικὴ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀντέδρασε ἔντονα στὴν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὴ δημιουργία μίας αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας στὴν Οὐκρανία, προφανῶς γιατὶ μιὰ τέτοια ἀπόφαση ἐξαφανίζει προοδευτικὰ τὴν ἄσκηση ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς ἐπιρροῆς στὸν Οὐκρανικὸ λαό. Στὶς 15 Ὀκτωβρίου 2018 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας συνεδριάζουσα παραδόξως ὄχι στὴ Μόσχα, ἀλλὰ στὸ Μίνσκ τῆς Λευκορωσσίας, θεωροῦσα προφανῶς, ὅτι μὲ αὐτὸ θά ἐπιβεβαιώσει τήν κυριαρχία της καί θὰ καταστείλει ἄλλες ὑπάρχουσες στό ἐσωτερικό της ἀποσχιστικὲς τάσεις, ἐξέδωσε κείμενο[3], μὲ τὸ ὁποῖο τοποθετήθηκε ἀρνητικὰ ἀπέναντι στὶς ἐνέργειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ὅταν διαβάζει κανεὶς αὐτὸ τὸ κείμενο, ἔχει δὲ ὑπ᾽ ὄψιν του καὶ ἄλλα κείμενά του, ὅπως αὐτὸ γιὰ τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας[4] (2007), ἕνα κείμενο - καρπὸς τοῦ διαλόγου τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ποὺ γράφτηκε ὄχι γιὰ νὰ ἀμφισβητήσει τό «κυριαρχικόν» καί «δεσποτικόν» Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης -αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι αὐτονόητο γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς πεῖ, ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει Πρωτεῖο- ὅπως αὐτὸ βεβαίως νοεῖται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία- τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατανοεῖ κανεὶς τὴ βαθύτατη θεολογικὴ ἀνεπάρκεια καὶ ἀνωριμότητα τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἐὰν ἀποφύγει βεβαίως τὴν εὔλογη πρόκληση νὰ ἀποδώσει τὴν ἀπόκλιση αὐτὴ σὲ ἄλλες εὐτελεῖς σκοπιμότητες ποὺ δὲν ἔχουν ἀσφαλῶς σχέση μὲ τὸ ὀρθόδοξο ἦθος καὶ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα.

Ἀποφεύγοντας τὶς ἀξιολογικὲς κρίσεις, ὅσο καὶ ἂν αὐτὲς ἔχουν ἀντίκρυσμα στὰ πραγματικὰ δεδομένα, ὀφείλει ἐξ ἀρχῆς νὰ τονισθεῖ, ὅτι τὸ Οὐκρανικὸ ζήτημα εἶναι κατ᾽ ἀρχὴν ἕνα ἐκκλησιαστικὸ κατ᾽ ἐξοχὴν ζήτημα καὶ αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὰ κριτήρια τῆς θεωρήσεώς του δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλα παρὰ οἱ ἐκκλησιολογικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς τῆς δικαιοταξίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ἄλλωστε προσπαθεῖ -ὑποτίθεται- νὰ προβάλει τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἡ κριτικὴ τοῦ ὁποίου ἑστιάζεται κυρίως στὰ ἑξῆς:

α. Ἡ Οὐκρανία συνιστᾶ ἔδαφος τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καὶ κατὰ συνέπεια τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβεῖ σὲ ὑπερόριες ἐνέργειες.

β. Τὸ δικαίωμα καὶ προνόμιο τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ἀποδέχεται «ἐκκλήτους προσφυγὰς ἀρχιερέων καὶ ἄλλων κληρικῶν ἐκ πασῶν τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἔξω ἀπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία, ποτὲ δὲν εἶχε «τὴν πλήρη ὑποστήριξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Πρόκειται γιὰ νὰ τὸ ποῦμε εὐθέως - γιὰ μιὰ ἀμφίσημη καὶ ἀσαφῆ διατύπωση σχετικὰ μὲ τὴ δυνατότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου νὰ ἐπιλαμβάνεται ἐπίδικων διαφορῶν ποὺ προκύπτουν ἔξω ἀπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία, στὴ δικαιοδοσία ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἀλλὰ ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ εἶχε αὐτὸ τὸ προνόμιο ἢ δὲν εἶχε καὶ δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιο. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶχε ἢ νὰ ἔχει μερικῶς -ὑπὸ ὁποιαδήποτε ἔννοια- αὐτὸ τὸ προνόμιο. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ προσφύγω στὴ λαϊκὴ θυμοσοφία ποὺ περιπαίζοντας τὴν ὡμὴ παραβίαση τοῦ κοινοῦ νοῦ (νοός) σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις μᾶς λέγει, ὅτι μιὰ γυναίκα εἴτε εἶναι σὲ «ἐνδιαφέρουσα» κατάσταση, δηλ. ἔγκυος, εἴτε δὲν εἶναι. Δὲν μπορεῖ ὅμως ποτὲ νὰ εἶναι «ὀλίγον ἔγκυος»!

γ. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀπέδωσε κανονικότητα σὲ σχισματικοὺς καὶ ἀχειροτόνητους κληρικούς, οἱ ὁποῖοι προφανῶς ἐστεροῦντο τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Ἀνεγνώρισε ἀρχιερατικές (καὶ ἱερατικὲς χειροτονίες) σχισματικῶν ποὺ ἦσαν ἄκυρες. Ἔτσι ἡ ἀναγνώριση αὐτὴ καὶ ἡ κοινωνία μὲ σχισματικοὺς ἐξομοιώνεται μὲ συμμετοχὴ στὸ σχίσμα, ὡς ἐὰν ἡ προσδοκία τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅλη τὴν ἱστορική της πορεία νὰ μὴν ἦταν ἡ διηνεκὴς προσπάθεια γιὰ ἄρση τῶν σχισμάτων, ἀλλὰ ἡ παραμονὴ σ᾽ αὐτὰ καὶ ἡ ἐμβάθυνση στὴν ἀλλοτρίωση. Τὸ ἀβάσιμο τοῦ ἐπιχειρήματος εἶναι προφανέστατο γιὰ τοὺς ἔχοντας στοιχειώδεις γνώσεις ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καὶ κανονικοῦ δικαίου. Συγκεκριμένα παραδείγματα θὰ καταδείξουν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀπέδωσε τὴν κανονικότητα ὄχι μόνο σὲ σχισματικούς, ἀλλὰ καὶ σὲ αἱρετικοὺς ποὺ μάλιστα εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ καθηρημένους αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παραμονῆς τους εἴτε στὸ σχίσμα, εἴτε στὴν αἵρεση.

Θεωρῶ, ὅτι ἀπὸ τὰ τρία ἐπιχειρήματα τοῦ κειμένου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, τὸ τελευταῖο χρήζει μιᾶς ἰδιαίτερης προσοχῆς στὴν παροῦσα συγκυρία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μετὰ ἀπὸ μιὰ ἀναφορὰ καὶ ἀποδόμηση τῶν δύο πρώτων ἐπιχειρημάτων, θὰ γίνει ἰδιαίτερη ἀναφορὰ σ᾽ αὐτό.

  • Ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρον εἶναι τό γεγονός, ὅτι τό Πατριαρχεῖο Μόσχας δέν κάνει λόγο, γιά τό ποιός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἁρμόδιος νά ἀποδώσει τήν αὐτοκεφαλία. Ἀσφαλῶς ἡ παράλειψη ἀναφορᾶς σ’ αὐτό τό ἐνδιαφέρον καί σημαντικό θέμα δέν εἶναι τυχαία.

 

ΙΙ. Ἡ κανονικὴ δικαιοδοσία στὸ ἔδαφος τῆς Οὐκρανίας

Εἶναι σαφές, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ Οὐκρανία ἀνήκει στὴ δική του δικαιοδοσία. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὑποστηρίζει, ὅτι ὅλη ἡ περιοχὴ τοῦ Κιέβου τὴν ὁποία ἐκχριστιάνισε καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἐξέλεγε ἀρχικὰ τὸ Μητροπολίτη, ὅπως ἄλλωστε ἐμφανίζεται καὶ ἀπὸ τὰ Notitiae Episcopatuum[5], ἀποτελεῖ κανονική του δικαιοδοσία ποὺ ποτὲ δὲν παραχωρήθηκε στὴ Μόσχα. Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας παρερμηνεύει σκόπιμα τὴν ἐπιστολὴ τοῦ τότε Πατριάρχη Κων/λεως Διονυσίου Δ´ (1686) πρὸς τὸν τότε Πατριάρχη Μόσχας[6], ὁ ὁποῖος εἶχε λάβει τὴν αὐτοκεφαλία καὶ τὴν πατριαρχικὴ τιμή (1589, 1590, 1593) ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἑνὸς γράμματος «ἐκδόσεως», δηλ. ἀποκλειστικῆς ἀδείας νὰ χειροτονεῖται ὁ Κιέβου, ἐκλεγόμενος ἀπὸ ἐπισκόπους τῆς Μητροπόλεως Κιέβου, ἀπὸ τὸν Μόσχας μὲ τὴν ἀπαράβατη ἐπιπρόσθετη προϋπόθεση καὶ ὑποχρέωση νὰ μνημονεύει στὴ Θ. Λειτουργία τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ὡς ἔξαρχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου[7]. Ἀδιάψευστη μαρτυρία γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ὁ σύγχρονος τότε Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, Ἱεράρχης λόγιος, πολυγραφώτατος μὲ ὀρθόδοξο φρόνημα, ἱεράρχης ποὺ πολέμησε τὴν «καλβινική-φρενοβλάβεια» τοῦ καιροῦ του, ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων ποὺ ὑπεραμύνθηκε συνοδικά τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καὶ Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως, ἕνας ἱεράρχης καὶ πατριάρχης μὲ πρωταγωνιστικὸ ρόλο στὰ ἐκκλησιαστικὰ γεγονότα τοῦ καιροῦ του. Ὁ περιώνυμος καί σύγχρονος τῶν γεγονότων λοιπὸν αὐτὸς Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος ρητῶς καί μετά λόγου γνώσεως ἀποφαίνεται σχετικά, ὅτι ἐδόθη κατόπιν πιέσεων στὸ Κωνσταντινουπόλεως μόνο ἡ ἄδεια χειροτονίας τοῦ Κιέβου στὸν Μόσχας, ἐνῶ τὸ Κίεβο ἐξακολουθοῦσε νὰ παραμένει ἐπαρχία τοῦ Κωνσταντινουπόλεως[8]. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ καὶ δὲ θὰ ἀναλύσω τὴ διαμαρτυρία τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὴν ἔκδοση τοῦ Πατριαρχικοῦ καὶ Συνοδικοῦ Τόμου Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Πολωνίας (1924), ὅπου καταγγέλλεται πανορθοδόξως ὄχι μόνο, ὅτι ὁ Μόσχας δὲν ἐτήρησε τοὺς ὅρους ποὺ ἔπρεπε νὰ τηρεῖ γιὰ νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χειροτονεῖ τὸν Κιέβου, ἀλλὰ ἐπί πλέον διαμαρτύρεται γιὰ τὴ βίαιη καὶ ἀντικανονικὴ ἐνσωμάτωση τῆς Μητροπόλεως Κιέβου στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας[9].

Θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναφερθοῦν πολλὰ ἀκόμα γιὰ νὰ καταδείξουν, ὅτι τὸ Κίεβο ἀποτελοῦσε δικαιοδοσία τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴ δική του θέση καταφεύγει στοὺς κανόνες 119 τῆς Καρθαγένης καὶ 17 τῆς Χαλκηδόνας[10], ἀφοῦ ἐντὸς τριετίας (Καρθαγένη) ἢ τριακονταετίας (Χαλκηδόνα) δὲν ἀμφισβητήθηκε ἡ δικαιοδοσία του στήν Οὐκρανία. Μόνο ποὺ ἡ Οὐκρανία, ἕνα ἐλεύθερο κράτος σήμερα, δὲν ἀποτελεῖ οὔτε ἀγροτικὴ οὔτε ἐγχώρια παροικία μεταξὺ δύο ἐπισκοπῶν (Χαλκηδόνα), οὔτε ἔχει σχέση μὲ Δονατιστὲς Ἐπισκόπους ποὺ ἐπιστρέφοντας στὴ κανονικὴ Ἐκκλησία μποροῦσαν νὰ διεκδικήσουν ἐντὸς τριετίας τὸν τόπο ποὺ τοὺς ἀνῆκε. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι οἱ κανόνες αὐτοὶ εἶναι ἄσχετοι μὲ τὸ Οὐκρανικὸ ζήτημα, ἡ κανονικὴ δικαιοδοσία δὲν προσκτᾶται μὲ διατάξεις ἐμπορικοῦ ἢ ἐμπραγμάτου Δικαίου. Ἡ κανονικὴ δικαιοδοσία δὲν ἀποκτᾶται μὲ χρησικτησία.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἀπὸ τὸ πρόβλημα, τὸ ποῦ ἀνήκει κανονικὰ ἡ Οὐκρανία, ἡ ἀπόδοση τῆς αὐτοκεφαλίας σ᾽ αὐτὴ καὶ ἡ ἐπαναφορὰ στὴν κανονικότητα τῶν πρώτων σχισματικῶν θεμελιώνεται ἀδιαμφισβήτητα στὸ δικαίωμα ἀσκήσεως Ἐκκλήτου πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ποὺ ἀποφαίνεται ἀμετάκλητα ἐπὶ πάσης ἐπιδίκου ὑποθέσεως ποὺ ἀφορᾶ ἄλλες Ἐκκλησίες, ὅταν αὐτὸ τοῦ τὸ ζητεῖται.

 

ΙΙΙ. Ἡ ἀπόδοση αὐτοκεφαλίας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

Ὅλως παραδόξως τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας οὐδόλως θίγει τὸ θέμα, ὡς πρὸς τὸ ποιὸς εἶναι ἁρμόδιος σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀπόδοση τῆς αὐτοκεφαλίας. Καὶ τοῦτο ἀσφαλῶς δὲν τὸ πράττει, γιατὶ στὴν Ὀρθόδοξη συνείδηση εἶναι βεβαία καὶ ἀδιαμφισβήτητη ἡ πεποίθηση, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ προνόμιο ἀποκλειστικὸ τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅλες οἱ μὴ προβλεπόμενες ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες τῆς α´ χιλιετίας Ἐκκλησίες (ἐκτὸς δηλ. ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου) ἔλαβαν τὴν αὐτοκεφαλία τους ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μὴ ἐξαιρουμένης, ἔχοντας περιγεγραμμένη τήν κανονική τους δικαιοδοσία μή δυνάμενες νά ἐνεργοῦν ἐκτός αὐτῆς. Μερικὲς δὲ ἀπὸ αὐτές, (ὅπως π.χ. ἡ Σερβία, ἡ Βουλγαρία, ἡ Ρουμανία κ.ἄ.) ἔλαβαν τὴν πατριαρχική τους τιμὴ ἐπίσης ἀπὸ τὴν πρωτόθρονο Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀσφαλῶς ἡ ἀπόδοση τῆς αὐτοκεφαλίας ἀποτελεῖ διαφορετικὴ διαδικασία ἀπὸ τὴν περαιτέρω ἀναγνώρισή της ἀπὸ τὶς ἄλλες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ὅταν μετὰ τὴν αὐτοκεφαλία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας κατὰ τὸ 19. καὶ 20. αἰώνα δόθηκαν αὐτοκεφαλίες στὶς ὑπόλοιπες 9 Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἐρώτησε τὶς ἤδη ὑπάρχουσες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἐὰν συμφωνοῦν, οὔτε οἱ ἴδιες διετύπωσαν κάποια τέτοια ἀξίωση. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα συνέβη. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας προσπάθησε νὰ οἰκειοποιηθεῖ τὸ προνόμιο τῆς αὐτοκεφαλίας παραχωρώντας τὸ 1949 αὐτοκεφαλία στὴν Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας, παρότι αὐτὴ εἶχε ἀποδοθεῖ ἀπὸ τὸ 1924 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, αὐτὴ ἡ προσπάθεια ἔπεσε στὸ κενό. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Χριστοφόρος ἀπαντᾶ[11] (18.5.1950) πρὸς τὸν Πατριάρχη Μόσχας Ἀλέξιος: «Ἡμεῖς... ἠρκέσθημεν, ἵνα μόνον βεβαιώσομεν τὴν παρ᾽ ὑμῶν λῆψιν τῆς ἐπιστολῆς, οὐχὶ δὲ καὶ ἀναγνωρίσεως τὰ παρὰ τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος καὶ τῆς περὶ Αὐτὴν ἱερᾶς Συνόδου, ὡς συμφώνως πρὸς τὴν κανονικὴν ζωὴν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας γενόμενα. Παρομοίως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος παρακαλεῖ[12] τὸν Πατριάρχην Ἀλέξιον νὰ σεβαστεῖ «τὴν κανονικὴν ταύτην τάξιν» ὡς μόνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου ὄντος ἁρμοδίου γιὰ τὴν παραχώρηση τοῦ αὐτοκεφάλου, ὥστε νὰ μὴ διαταραχθεῖ ἡ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰρήνη.

Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀπέδωσε αὐτοκεφαλία καὶ σὲ περιοχὲς ποὺ δὲν ἀνῆκαν στὴ δικαιοδοσία του. Τὸ πλέον χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας στή σημερινή κανονική της δικαιοδοσία, ἡ ὁποία ἀπαλλαγεῖσα ἀπὸ τὶς βίαιες ρωσσικὲς παρεμβάσεις τοῦ παρελθόντος, τὸ 1990, ἔλαβε ὁριστικὰ τὴν αὐτοκεφαλία ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη[13]. (Τὸ θλιβερὸ βεβαίως εἶναι, ὅτι, ὅταν τὰ ρωσσικὰ στρατεύματα τό ἔτος 2008 εἰσέβαλαν καὶ κατέλαβαν δύο περιοχὲς τοῦ Κράτους τῆς Γεωργίας τῆς Ἀμπχαζίας καὶ τῆς Ὁσετίας, τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀπηγόρευσε στὸ Πατριαρχεῖο Γεωργίας νὰ ἀσκεῖ τὴ δικαιοδοσία του σὲ αὐτὲς τὶς περιοχές).

Συμπερασματικὰ λοιπὸν μπορεῖ κανεὶς ἀβίαστα νὰ πεῖ, ἐκφράζοντας τὸ ὀρθόδοξο κανονικὸ συνειδός, ὅτι κατὰ πάγια τακτικὴ καὶ πρακτικὴ καὶ κανονικὴ παράδοση ἡ ἀπόδοση αὐτοκεφαλίας ἀνήκει ἀποκλειστικὰ καὶ κατ’ ἔθος στήν Πρωτόθρονο μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἐὰν κάποιος ξενίζεται μὲ τὴν κατ᾽ ἔθος αὐτὴ πρακτικὴ ποὺ διεμόρφωσε Δίκαιο, τότε θὰ πρέπει κανεὶς νὰ τοῦ θυμίσει, ὅτι τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ἀπεδόθησαν ἀπὸ τὴν πρώτη καί δεύτερη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στοὺς πέντε θρόνους κατ᾽ ἔθος («τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω»[14].). Ἡ Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀνάγει στὸν 28. κανόνα της (451) στὴν ἰσότητα τῶν Πρεσβείων Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ρώμης βασιζόμενη στὸ ἔθος, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[15].

Παρομοίως ἡ Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀναγνωρίζει τὴν αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στὴ διαρκῆ πρακτικὴ καὶ στὸ πραγματικὸ γεγονός, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας ἄσκησε κανονικὴ δικαιοδοσία στὴν Κύπρο[16]. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν σήμερα νὰ ἀρνεῖται κανεὶς τὴ δύναμη, τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺ τοῦ ἔθους στὴν κανονικὴ παράδοση; Ποιὰ ἄλλωστε δικαιϊκὴ τάξη λειτουργεῖ χωρὶς ἔθος, ἔθη καὶ διηνεκεῖς πρακτικὲς ἐξισούμενες μὲ διατάξεις θετικοῦ Δικαίου;

Ἴσως νά ὑπάρχουν βέβαια καί κάποιοι, οἱ ὁποῖοι θέλοντας νά συνδέσουν τήν ἀπόδοση τῆς αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία μέ τή μη συμμετοχή τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας στή σύνοδο τῆς Κρήτης (2016) καί ἰδιαίτερα μέ τό γεγονός, ὅτι ἤδη προγενέστερα δέν κατέστη δυνατή ἡ συμφωνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τον τρόπο παραχωρήσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου, ἰσχυρίζονται, ὅτι, ἐάν δέν εἶχαν συμβεῖ αὐτά, τότε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέ θα εἶχε τό δικαίωμα νά προβεῖ στήν ἀπόδοση τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία. Ὀφείλει νά ὑπομνησθεῖ ἐκ νέου, ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία συνδέεται μέ ἀλλεπάλληλα αἰτήματα τῶν Οὐκρανῶν πολύ πρίν ἀπό τή Σύνοδο τῆς Κρήτης (2016). Ἀκόμη δέ καί ἐάν εἶχε ἐγκριθεῖ στήν Κρήτη τό κείμενο περί ἀποδόσεως τοῦ Αὐτοκεφάλου, τότε καί στήν περίπτωση αὐτή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θά εἶχε τό δικαίωμα νά προβεῖ στήν ἀπόδοση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ἀφοῦ ἡ Οὐκρανία ἀνῆκε στήν κανονική του δικαιοδοσία και συνεπῶς πληροῦσε τήν προϋπόθεση πού ἔθετε τό μή ἐγκριθέν κείμενο.

 

ΙV. Τό δικαίωμα τῆς Ἐκκλήτου

Τὸ ἴδιο ἀδιαμφισβήτητο εἶναι καί τὸ προνόμιο τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ δέχεται καὶ νὰ κρίνει ἀμετάκλητα ἐπίδικες διαφορὲς ἀνακύπτουσες σὲ ἄλλες Ἐκκλησίες ἔξω ἀπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία. Τὸ προνόμιο αὐτὸ τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως βασίζεται στοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ βυζαντινοὺς κανονολόγους καὶ ἑρμηνευτές, μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴ διηνεκῆ πράξη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ποὺ φτάνει μέχρι τὶς ἡμέρες μας.

Ἐκεῖνο ποὺ ὅμως θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνει κανεὶς εἶναι, ὅτι ἡ ἐνασχόληση τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ ὑπερόριες ὑποθέσεις εἶναι καὶ αὐτὴ κατ’ ἀρχήν προϊὸν ἐθιμικῆς πρακτικῆς ποὺ διαμορφώθηκε πρὶν ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴ θέσπιση τῶν ἱερῶν Κανόνων, καὶ δὴ τοῦ 28ου κανόνα στὴ Χαλκηδόνα ποὺ ἀπέδωσε στὴ δικαιοδοσία τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὶς διοικήσεις Ἀσίας, Πόντου καὶ Θράκης καὶ ἀνεγνώρισε ἐπίσημα πλέον τὰ ἴσα πρεσβεῖα μεταξὺ Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως. Μερικὰ ἐνδεικτικὰ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα: Ἡ ἐξέταση τῆς περίπτωσης τοῦ καθαιρεθέντος ἐπισκόπου Βόστρων Βαγαδίου πού ἀνῆκε στὸ πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας ἀπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριο[17], ἡ ὅλη δραστηριότητα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου[18] σὲ καθαιρέσεις ἐπισκόπων σὲ Μ. Ἀσία, Φρυγία καὶ Λυκία παράλληλα μὲ τὴν καθιέρωση ἀπὸ πλευρᾶς του τῆς 25ης Δεκεμβρίου ὡς ἡμέρα ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ τὴ γενίκευση αὐτοῦ τοῦ ἑορτασμοῦ[19], ἡ ὅλη δραστηριότητα τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλου (434-466) μὲ κρίσεις στὴν κανονικότητα ἐκλογῆς πολλῶν ἐπισκόπων ἔξω ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως[20], ὅλα αὐτά καταδεικνύουν τὸ κῦρος τῆς ἐνδημούσης συνόδου τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ ἀσχολεῖται μὲ ὑποθέσεις ἔξω ἀπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία. Αὐτὴν τὴν ἐθιμικὴ πρακτικὴ ἐκφράζει καὶ ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος στήν Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐξ ἀφορμῆς τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν Ἐπισκόπων Τύρου καὶ Βηρυττοῦ (Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας), οἱ λόγοι τοῦ ὁποίου ἔγιναν εἴτε φανερὰ εἴτε σιωπηρὰ ἀποδεκτοί: «Συνήθεια κεκράτηκεν τοὺς ἐνδημοῦντας τῇ μεγαλωνύμῳ πόλει ἁγιωτάτους ἐπισκόπους ἡνίκα καιρὸς καλέσοι, περὶ ἀνακυπτόντων τινῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων συνεῖναι καὶ διατυποῦν ἕκαστα καὶ ἀποκρίσεως τοὺς δεομένους» [21].

• Οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπέκτησε αὐτὴν τὴν ὑπερόρια αὐτὴ δικαιοδοσία, ὥστε νὰ ἐπιλύει διαφορὲς ἔξω ἀπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία, σὲ συνάρτηση μὲ τὸ ἐκ τῶν προτέρων δημιουργηθὲν ἔθος εἶναι καί οἱ κανόνες 9 καὶ 17 τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Χαλκηδόνα[22]. Στοὺς κανόνες αὐτοὺς ἡ προσφυγὴ στὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως παραμένει ὡς β´ ἐναλλακτικὴ δυνατότητα, ὅπως καὶ νὰ ἑρμηνεύσει κανείς τοὺς ὅρους «ἔξαρχος» καὶ τὸν ὅρο «Διοίκηση», ποὺ συνιστᾶ τὴν πρώτη δυνατότητα. Οἱ Πατέρες τῆς Χαλκηδόνας θέσπισαν ἕνα κανόνα, προερχόμενοι καὶ ἀπὸ τοὺς πέντε διὰ πρεσβείων τιμηθέντες θρόνους (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Ἀλεξάνδρεια, Ἀντιόχεια, Ἱεροσόλυμα) καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἕνα κανόνα ποὺ ἀφοροῦσε ὄχι μόνο τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καί τοὺς ὑπόλοιπους. Μιὰ συσταλτικὴ ἑρμηνεία τῶν Κανόνων, ὅταν αὐτοὶ εἶναι γενικοὶ καὶ δὲν προβαίνουν σὲ διαφοροποιήσεις καὶ διακρίσεις, ἀντιβαίνει σὲ στοιχειώδη ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τοῦ Δικαίου, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴ λογική[23]. Ἄλλωστε ἡ διπλῆ ἔκκλητος, ἡ ὁποία καθιεροῦται γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους μὲ τοὺς παραπάνω κανόνες δὲν ἦταν ἄγνωστη οὔτε στοὺς μέχρι τότε θεσπισμένους κανόνες ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, οὔτε καὶ στὴν παράλληλη βυζαντινὴ πολιτικὴ νομοθεσία[24]. Ἄλλωστε θὰ ἦταν ἄνιση μεταχείριση ἕνας κληρικός νὰ μποροῦσε νὰ ἐφεσιβάλει μιὰ καταδικαστικὴ ἀπόφαση τῆς ἐπαρχιακῆς συνόδου ὑπὸ τὸ Μητροπολίτη στὴ Σύνοδο τῆς Διοικήσεως ὑπὸ τὸν Ἔξαρχο. Ἕνας Μητροπολίτης ἢ ὁ ἴδιος ὁ Ἔξαρχος της ὅμως θὰ ἐκρίνετο ὅμως μόνο ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Διοικήσεως εὑρισκόμενος σὲ μειονεκτικὴ θέση, ἐὰν δὲν εἶχε τὴ δυνατότητα προσφυγῆς στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρόμοια σὲ μειονεκτικὴ θέση θὰ εὑρίσκοντο καὶ Μητροπολῖτες καί Ἔξαρχοι τῶν ἄλλων πατριαρχικῶν θρόνων σὲ σχέση μὲ αὐτοὺς τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐὰν μποροῦσαν νὰ κριθοῦν μόνο ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Διοικήσεώς τους, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα προσφυγῆς στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κατάργηση τῆς δυνατότητας προσφυγῆς στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως θά ἦταν ἄμεση παραβίαση τοῦ γράμματος καί τοῦ πνεύματος τοῦ Κανόνα.

• Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν κανόνων 9 καὶ 17 τῆς Χαλκηδόνας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴ ποὺ παρέχει ἡ διαχρονικὴ ἐκκλησιαστικὴ πράξη, δηλ. δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ἔδωσε ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρονται τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεῖλος[25] (1382) πρὸς τὸ Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης: «καὶ εἰ βούλει μαθεῖν τοῦ πατριάρχου προνόμιον, ἀπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς δ´ συνόδου τοῦτο μαθήσει, τοῦ ἐνάτου τε φημὶ καὶ τοῦ ἑπτακαιδεκάτου, ἵνα μὴ μακρὸν ἀποτείνωμεν λόγον...».

• Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ τοὺς κανόνες 9 καὶ 17 τῆς Χαλκηδόνας θὰ πρέπει νὰ ἔχει κανεὶς πάντοτε ὑπ᾽ ὄψιν του, ὅτι ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔλαβε ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς τὰ ἴσα πρεσβεῖα μὲ τὴ Ρώμη[26]. Αὐτὸ δὲ σημαίνει τίποτα ἄλλο παρὰ τὸ ὅτι στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀναγνωρίστηκε τὸ προνόμιο νὰ δέχεται Ἐκκλήτους γιὰ ὑποθέσεις ἀναφυόμενες στὰ πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς. Διαφορετικὰ ἡ ἔννοια τῶν ἴσων πρεσβείων δὲ θὰ εἶχε κανένα νόημα. Ὅπως ἡ Ρώμη διὰ τῶν κανόνων 3, 4 καὶ 5 τῆς Σαρδικῆς[27] εἶχε τὸ προνόμιο νὰ ἀποδέχεται Ἐκκλήτους, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὴν ἐξίσωση τῶν πρεσβείων μεταξὺ Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς ἀπέκτησε τὸ ἴδιο προνόμιο. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ἐχούσης τὰ προνόμια τῆς ἀρχαίας Ρώμης, θὰ εἶχε τὸ προνόμιο ἀποδοχῆς Ἐκκλήτου, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν εἶχαν θεσπιστεῖ οἱ κανόνες 9 καὶ 17 τῆς Χαλκηδόνας. Ἔτσι ἡ ἀναγνώριση ἀποδοχῆς Ἐκκλήτου στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ τῶν κανόνων 9 καὶ 17 τῆς Χαλκηδόνας ἔχει χαρακτῆρα διαπιστωτικὸ καὶ ὄχι χαρακτῆρα συστατικό. Τοῦτο δέ γιά δύο λόγους: Ἀφ’ ἑνός μέν λόγω τῆς διαμορφώσεως τοῦ σχετικοῦ ἐθίμου καί ἀφ’ ἑτέρου ἐξ αἰτίας τῆς ἰσότητας τῶν πρεσβείων μέ τή Ρώμη.

• Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ βυζαντινοὺς κανονολόγους καὶ ἑρμηνευτές.

α. Ὁ Ἀριστηνὸς[28] ἐπισημαίνει: «... τὸ δικάζεσθαι μητροπολίτην τελοῦντα ὑφ᾽ ἕτερον πατριάρχην, παρὰ πατριάρχῃ ἑτέρῳ, εἰ μὴ μόνον τῷ Κωνσταντινουπόλεως (ἐδόθη)».

β. Ὁ Βαλσαμών[29], ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὸ δικαστήριον τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς τό ὑπέρτατο «διὰ τὴν τοῦ θρόνου ὑπεροχήν» ἐπισημαίνει: «τὰ μέντοι ὁρισθέντα περὶ τοῦ Πάπα ἐκκληπτέον καὶ εἰς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, διὰ τὸ ἐπὶ πᾶσιν ὁμοίως καὶ τοῦτον τῷ Πάπα τιμηθῆναι ἀπὸ διαφόρων κανόνων».

γ. Ὁ Ζωναρᾶς[30], ὁ ὁποῖος ρητὰ ἐπισημαίνει, ὅτι μὲ τὴ θέλησή τους καὶ ὄχι «ἄκοντας» μποροῦν νὰ κριθοῦν Μητροπολίτες ἄλλης δικαιοδοσίας ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας-δυστυχῶς, ἐπειδὴ δὲ τὸ συμφέρει ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ζωναρᾶ τὸν παρερμηνεύει, μιὰ παρερμηνεία ποὺ μπορεῖ μόνο νὰ ἀπευθύνεται σὲ ἀδαεῖς καὶ ὄχι σὲ αὐτοὺς ποὺ τουλάχιστον γνωρίζουν ἑλληνικά. Γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ σὲ ἕνα ἀκόμα ἀπόσπασμα τοῦ Ζωναρᾶ, ἐπισημαίνει τά ἑξῆς ὁ Ζωναρᾶς[31] γιὰ τὰ ἴσα Πρεσβεῖα Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ρώμης: «ὡς ἡ πάλαι Ρώμη, δεῖ αὐτήν (δηλ. τὴν Κωνσταντινούπολιν) καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς προνομίοις, ὡς ἐκείνην (δηλ. τὴν Ρώμην) τιμᾶσθαι, πασῶν τῶν ἄλλων προτιμωμένων Ἐκκλησιῶν...».

δ. Ὁ Ματθαῖος Βλάσταρης[32] ἐπισημαίνει, ὅτι ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ προνόμιο, «τὰ ἐν τοῖς ἄλλοις θρόνοις γινομένας ἀμφισβητήσεις ἐπιτηρεῖν καὶ διορθοῦσθαι καὶ πέρας ἐπιτιθέναι ταῖς κρίσεσιν».

• Τὶς ἀπόψεις αὐτὲς τῶν βυζαντινῶν κανονολόγων ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ μεταγενέστερη μεταβυζαντινὴ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ποὺ φτάνει μέχρι σήμερα. (Λόγω συντομίας παρατίθενται ἐλάχιστα ἐνδεικτικὰ παραδείγματα).

1. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ματθαῖος[33] καθαιρεῖ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Ἀθανάσιο (1600).

2. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιος[34] κηρύσσει ἔκπτωτο τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Παΐσιο (1665).

3. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος Δ’[35] καθαιρεῖ τὸν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Κύριλλο (1672).

4. Ὁ Συνοδικὸς Τόμος[36] ἐπὶ Κωνσταντινουπόλεως Καλλινίκου Β´ (1688) ἐπικυρώνει τὰ δίκαια τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων ἐπὶ τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἀναφερόμενος στὶς πολλαπλὲς κρίσεις «τοῦ Οἰκουμενικοῦ κριτηρίου» τῆς Κωνσταντινουπόλεως περὶ τούτου.

5. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Γαβριὴλ Γ´ ἐπικυρώνει[37] τὴν καθαίρεση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Γερμανοῦ (1702-1707).

6. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Παΐσιος Β´ (1746) καθαιρεῖ[38] τελεσίδικα τὸν Μητροπολίτη Χαλεπίου Γεράσιμο, ὡς λατινόφρονα.

7. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Χρύσανθος κηρύσσει ἔκπτωτο[39] τὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο (1825).

8. Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος ΣΤ´ ἐπικυρώνει[40] σχετικὴ ἀπόφαση τοῦ θρόνου τῶν Ἱεροσολύμων καὶ κηρύσσει ἔκπτωτο τoν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Κύριλλο Β´ (1872).

9. Τὸ 1909 ὁ οἰκουμενικὸς θρόνος ἀναγνωρίζει τὴν ἀμφισβητούμενη ἐκλογὴ τοῦ Ἱεροσολύμων Δαμιανοῦ[41].

10. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας δοκιμασθεῖσα τὸ 1998 ἐξ αἰτίας σχίσματος[42] καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἐξ αἰτίας τοῦ προβλήματος ποὺ εἶχε δημιουργηθεῖ σχετικά πρόσφατα μὲ τὸν Πατριάρχη Εἰρηναῖο[43] ἀπετάνθησαν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ προβλήματός τους.

Ἀνακεφαλαιώνοντας αὐτὴ τὴν ἑνότητα καὶ συνοψίζοντας μποροῦμε ἀδιαμφισβήτητα νὰ συμπεράνουμε, ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς θρόνος καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ἴσων Πρεσβείων μὲ τὴ Ρώμη καὶ ἐπί τῇ βάσει τῶν κανόνων 9 καὶ 17 τῆς Χαλκηδόνος καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν Κανονολόγων καὶ σύμφωνα μὲ τὴν διηνεκῆ ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ ἔχει τὸ ἀναμφισβήτητο δικαίωμα νὰ δέχεται Ἐκκλήτους γιὰ ἐπίδικες ὑποθέσεις ἔξω ἀπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία. Αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἔκαναν χρήση καὶ ὁ πρώην Κιέβου Φιλάρετος καὶ ὁ πρώην Λβὶβ Μακάριος.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔπραξε αὐτό πού ἐπιβεβαίωσαν οἱ 4 Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς[44] στήν ἐπί Πατριάρχου Διονυσίου Γ’ (1663) Σύνοδο: «αἱ ὑποθέσεις πᾶσαι τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον ἀναφέρονται καί παρ’ αὐτοῦ τάς ἀποφάσεις λαμβάνουσιν ὡς τά ἴσα πρωτεῖα κατά τούς κανόνας ἔχοντος τῆς παλαιᾶς Ρώμης». Τό Οἰκουμενικό  Πατριαρχεῖο ἔπραξε αὐτό, τό ὁποῖο γράφουν οἱ 4 Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς στή Συνοδικὴ τους Ἐπιστολή (1848), πρός τόν Πάπαν Πῖον Θ’, ὅτι δηλ. ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπιλαμβανόμενος ὑποθέσεων ἔξω ἀπό τή δικαιοδοσία του συνιστᾶ τό ὑπέρτατο κριτήριο[45].

 

V. Ἡ ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν γενομένων ἐκτὸς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας

Ἡ σχέση τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐνδιαφέροντα θέματα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Θὰ ἀνέμενε ἴσως κανεὶς στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ Ἐκκλησία ἀδιακρίτως νὰ θεωρεῖ τὰ ἐκτὸς αὐτῆς τελούμενα μυστήρια ὡς παντελῶς ἄκυρα καὶ ἀνυπόστατα, ἀκολουθουμένης τῆς σχετικῆς θεωρήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦ Φιρμιλιανοῦ καὶ τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ[46]. Θὰ ἀνέμενε νὰ ἰσχύει ὡς ἀπαρέγκλιτος καὶ ἀπαραβίαστος γενικὴ ἀρχὴ αὐτὸ ποὺ διατυπώνει ὁ Μ. Βασίλειος[47] στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου: «οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ἑαυτοὺς ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Καὶ συνεχίζει: «οἱ δὲ ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον τὴν ἐξουσίαν, οὐκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος Ἁγίου ἑτέροις παρέχειν ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι». Ἐδῶ ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρεται στοὺς Καθαρούς, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στούς «ἀπεσχισμένους», δηλ. στοὺς σχισματικούς.

Ἐντυπωσιακὰ ὅμως εἶναι τὰ παρακάτω. Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος, γνωρίζοντας, ὅτι ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες τῆς Ἀσίας «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν» τοὺς ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα καὶ δὲν τοὺς ἀναβαπτίζουν, συναντιλήπτορας τῶν ἀναγκῶν τῆς περίστασης, ἀποφαίνεται καὶ αὐτός: «ἔστω (αὐτό) δεκτόν». Τὰ πράγματα ὅμως γίνονται περισσότερο παράδοξα, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος ἔρχεται νὰ κρίνει τὸ κακούργημα, δηλ. τὸ ἔγκλημα τῶν Ἐγκρατιτῶν. Ἐνῶ κατ᾽ ἀρχὴν ἀπορρίπτει τὸ βάπτισμά τους, ἐπισημαίνει μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅτι ἐπειδὴ διαμορφώθηκε ἕνα ἀντίθετο ἔθος (ἔθιμο) καὶ ἡ μὴ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος θὰ ἦταν ἐμπόδιο «τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ», γι’ αὐτό «πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καί... ἀκολουθητέον». Τὸ πλέον ὅμως παράδοξο εἶναι, ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἀποδέχεται τὶς χειροτονίες τοῦ Σατορνίνου καὶ τοῦ Ζωίνου, τοὺς ὁποίους «ἀπ᾽ ἐκείνης ὄντας τῆς τάξεως, προσεδεξάμεθα εἰς τὴν καθέδραν τῶν Ἐπισκόπων»[48]. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἀποδίδει τήν κανονικότητα σέ ἀβάπτιστους, μὴ κεχρισμένους καί ἀχειροτόνητους, ὅπως θα μποροῦσε νά ἰσχυρισθεῖ κάποιος σήμερα.

Προκαλεῖ πράγματι μεγάλη ἀπορία, πῶς ὁ Μ. Βασίλειος ὄχι μόνο ἀναγνωρίζει ἕνα βάπτισμα, ἀλλὰ καὶ τὴ χειροτονία ποὺ δὲν τελέστηκε στοὺς κόλπους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἐξετάσει κανεὶς μὲ προσοχὴ περιπτώσεις ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἀλλὰ καὶ σὲ κείμενα ἄλλων σχετικῶν ἱερῶν κανόνων, ἡ ἀπορία ὄχι μόνο δὲ λύνεται, ἀλλὰ ἐντείνεται ἀκόμα περισσότερο. Διαβάζουμε π.χ. στὸν 68. κανόνα τῆς Συνόδου στὴν Καρθαγένη (419), ὅτι Δονατιστὲς κληρικοὶ θελήσαντες νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν κοινωνία τους μὲ τὴν κανονικὴ Ἐκκλησία, γίνονται δεκτοὶ στοὺς οἰκείους ἱερατικοὺς βαθμούς. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ διάταξη τοῦ Κανόνα: «... οἱ χειροτονηθέντες ἐν τῷ τῶν Δονατιστῶν μέρει, ἐὰν πρὸς τὴν καθολικὴν πίστιν διορθωθέντες μετελθεῖν θελήσοιεν, μὴ κατὰ τὴν περαματικὴ σύνοδον μὴ δεχθῶσιν ἐν ταῖς οἰκείαις τιμαῖς, ἀλλὰ μᾶλλον οὗτοι προσδεχθῶσι, δι᾽ ὧν τῇ καθολικῇ γίνεται πρόνοια[49]».

Ὅταν λοιπὸν οἱ Δονατιστές, τῶν ὁποίων οἱ δοξασίες χαρακτηρίζωνται ὡς «πλάνη», γίνονται δεκτοὶ στὴν ἑνότητα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνωριζομένης τῆς χειροτονίας τῶν κληρικῶν τους, τὶ θὰ ἔπρεπε ἢ θὰ πρέπει νὰ γίνεται μὲ σχισματικοὺς καθ᾽ ὅλα Ὀρθόδοξους περὶ τὴν πίστιν;

Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἀναγκαία μία νοηματικὴ παρένθεση, γιὰ νὰ τονισθεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθόριζε καὶ καθορίζει κάθε φορά τὴ σχέση της μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς μὲ κριτήριο, ὄχι μόνο καὶ ἀποκλειστικὰ τὴ βαρύτητα τῆς ἀπόκλισης ἀπὸ τὴν Ὀρθοδόξη πίστη, ἀλλὰ τὴν ἐχθρικὴ ἢ μὴ διάθεσή τους πρὸς τὴν κανονικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ (κυρίως) μὲ καθαρὰ ποιμαντικὰ κριτήρια, προκειμένου νὰ οἰκονομήσει τὴν ἔνταξη τῶν ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένων στὴν κανονικότητα. Ὅταν διαβάζει κανεὶς π.χ. τὸν 95. κανόνα τῆς Συνόδου τοῦ Τρούλλου[50] διαπιστώνει, ὅτι οἱ μὲν Καθαροὶ καὶ οἱ Τεσσαρακαιδεκατίτες ἐγίνοντο δεκτοὶ διὰ Μύρου, ἐνῶ ἀντίθετα Νεστοριανοί, Ἐυτυχιανιστὲς καὶ Σεβηριανοὶ ἐγίνοτο δεκτοὶ χωρὶς Μύρο, ἁπλὰ μὲ τὴν ἐπίδοση λιβέλλου. Ἐρωτᾶ λοιπὸν κανείς: Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ περιπεσόντες σὲ βαρύτατες χριστολογικὲς αἱρέσεις νὰ κρίνωνται ἐπιεικέστερα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ διαφοροποιοῦντο ὡς πρὸς τὸ ἡμερολόγιο καὶ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μπορεῖ μόνο νὰ δοθεῖ, ἐὰν συνειδητοποιήσει κανείς, ὅτι ἡ Ἐκκλησίᾳ «ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ» εἶναι ἐκείνη ποὺ κάθε φορὰ κρίνει τὴ στάση της ἀνάλογα μὲ τὴ συγκυρία μὲ κριτήριο τὴν οἰκονομία τῶν πραγμάτων ἀπέναντι στοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους, ἀποτιμώντας τὸ κάθε φορὰ πρακτέον. Εἶναι ἐξ ἄλλου ἀδιαμφισβήτητο, ὅτι γιά τό ὀρθόδοξο συνειδός ἡ Ἐκκλησία ὑπέρκειται τῶν ἱ. Κανόνων καί δέν ὑπέρκεινται οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Διαφορετικά δέ θά ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα ἄσκησης Οἰκονομίας.

• Εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία ἡ ἱστορία τοῦ σχισματικοῦ Μελιτίου Λυκοπόλεως καὶ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ χειροτονηθέντων 29 Ἐπισκόπων[51]. Ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος[52] ἐδέχθη σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τοὺς χειροτονηθέντες ἀπὸ τὸ Μελίτιο. Ἐδῶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκρυβεῖ, ὅτι ἡ ἀναγνώριση τῆς κανονικότητας προϋποθέτει τὴ χειροθεσία (ἢ μυστικωτέρα χειροτονία[53]) ποὺ σὲ καμιὰ περίπτωση ὅμως δὲ συνιστᾶ ἀναχειροτονία[54]. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, αὐτὸ θὰ ἐγίνετο ἀπολύτως σαφές. Τό πλέον παράδοξο ὅμως ἐδῶ εἶναι, ὅτι ἀναγνωρίζεται ἡ χειροτονία σχισματικῶν Ἐπισκόπων πού τελέστηκε ὄχι ἀπό τρεῖς ἤ τουλάχιστον δύο Ἐπισκόπους, ἀλλά ἡ χειροτονία πού τελέστηκε ἀπό ἕνα Ἐπίσκοπο, δηλ. τό Μελίτιο Λυκοπόλεως. Ἡ περίπτωση ὅμως αὐτή, δηλ. ἡ ἀναγνώριση χειροτονίας τελεσθείσης ὑπό ἑνός μόνον ἐπισκόπου δέν εἶναι ἄγνωστη στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία. Ὅταν στά χρόνια τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ Ἐπίσκοπος Φίλων χειροτόνησε μόνος ὡς Ἐπίσκοπο Παλαιβίσκης τό Σιδήριο, ἡ χειροτονία αὐτή ὄχι μόνο δέν θεωρήθηκε ἄκυρη, ἀλλά ἀναγνωρίστηκε καί ἀπό τό Μ. Ἀθανάσιο προήχθη δέ σέ Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος. Ὁ Εὐάγριος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος  Ἀντιοχείας (388-392) ἀπό ἕναν Ἐπίσκοπο, τόν Παυλῖνο καί αὐτοῦ δέ ἡ χειροτονία δέν ἀκυρώθηκε[55]. Ἡ Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδος στα πρακτικά της μᾶς πληροφορεῖ γιά τίς χειροτονίες Ἐπισκόπων πού τέλεσε μόνος ὁ Ἀγκύρας Εὐσέβιος. Ὁ Εὐσέβιος π.χ. χειροτόνησε καί ἐνεθρόνισε μόνος τόν Γαγγρῶν Καλλίνικο, χωρίς ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου νά ἀμφισβητηθεῖ ἡ χειροτονία του[56].

Τό θαυμαστό ὕφος καί βάθος τῆς Οἰκονομίας τῆς Ἐκκλησίας πού ὑπερβαίνει τούς Κανόνες μαρτυρεῖ ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, ὁ ὁποῖος ἐχειροτονήθη ἐπίσκοπος ἀπό μόνο τόν Ἀμασείας Φάσιδα, χωρίς τή φυσική παρουσία τοῦ Γρηγορίου, εὑρισκόμενον εἰς ἀπόστασιν πορείας 3 ἡμερῶν. Τό γεγονός αὐτό μαρτυρεῖται καί ὑπό τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης[57], τοῦ Ἁγ. Νικοδήμου στό Πηδάλιο[58] κ.λπ. Μήπως ἐντυπωσιακή δέν εἶναι ἡ και περίπτωση τοῦ Ὁσίου Δανιήλ τοῦ Στυλίτου (409-493) χειροτονηθέντος[59] ἀπό τόν Πατριάρχη Γεννάδιο (458-471);

• Ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας[60] ποὺ χειροτόνησε καὶ τὸ Μ. Βασίλειο καὶ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο σὲ διάκονο, ὁ ὁποῖος ἀποκατέστησε καὶ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο σὲ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως καὶ διετέλεσε Ἔξαρχος τῆς Β´ Οἰκουμενκῆς Συνόδου εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ Ἀρειανούς. Ποτὲ ὅμως δὲν ἀμφισβητήθηκε ἡ χειροτονία του.

• Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων[61] (313-386) χειροτονήθηκε ἐπίσης Ἐπίσκοπος ἀπὸ Ἀρειανούς (ἀπό τόν Ἀκάκιο Καισαρείας). Στὴν Ἐκκλησία ἔγινε δεκτὸς ὡς Ἐπίσκοπος, ὅπως καὶ οἱ χειροτονηθέντες ἀπὸ αὐτόν.

• Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως[62] (715-730) εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ Μονοθελῆτες.

• Ὅπως ἀναφέρεται στὸ βίο τοῦ Ἁγίου Σάββα ὁ ἅγιος Ἰωάννης Ἱεροσολύμων χειροτονήθηκε ἀπὸ Σεβηριανούς[63].

• Στὴν Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (381) παρεκάθησαν Ἐπίσκοποι ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ Ἀρειανούς, (ἀπό τόν Ἀκάκιο Καισαρείας) μετὰ τὴν καταδίκη τῆς αἵρεσης ἀπὸ τὴν Α´ Οἰκουμενική[64] (325).

• Οἱ χειροτονηθέντες ἀπὸ τὸ Μονοφυσίτη Πατριάρχη Πέτρο Γ´ Μογγὸ (+489) Ἐπίσκοποι, ἐγένοντο δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία ὡς Ἐπίσκοποι[65].

• Οἱ περισσότεροι Ἐπίσκοποι ποὺ μετεῖχαν στὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, οἱ ὁποῖοι εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Πατριάρχες Σέργιο, Πύρρο, Πέτρο καὶ Παῦλο, ἦσαν προηγουμένως Μονοθελῆτες χειροτονηθέντες ἀπὸ Μονοθελῆτες[66].

Τὸ πλέον ὅμως παράδοξο, ἴσως γιὰ κάποιους, γιὰ πολλοὺς ἢ λίγους, εἶναι ὅσα συμβαίνουν στὴ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν α´ καὶ β´ συνεδρία. Εἶναι πράγματι τοὐλάχιστον περίεργα, ὅσα σποραδικὰ ἄστοχα ὑποστηρίζονται ἀπὸ κάποιους ποὺ ὑπερακοντίζοντες τὴν διάκριση καὶ τὴν Οἰκονομία τῶν Πατέρων θεωροῦν, ὅτι διασφαλίζουν τὴν καθαρότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὰ ὅσα ἔγιναν στὴν Α´ καὶ Β´ καί Γ’ Συνεδρία συνοψίζονται συμπερασματικὰ στὴν γ´ συνεδρία, ὅπου καταγράφονται τὰ ἑξῆς[67]: «... ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ μεγάλῃ καὶ οἰκουμενικῆ συνόδῳ ἀκολουθησάσῃ τοῖς πατρικοῖς καὶ ἐκκλησιαστικοῖς θεσμοῖς δέχεσθαι τοὺς ἐξ αἱρέσεως ἐπιστρέφοντας, ἔτι μὴν καὶ τοὺς ὑπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, ὀρθοδοξοῦντας προσλαμβάνεσθαι». Ὁ πρόεδρος τῆς οἰκουμενικῆς Συνόδου Ἅγιος Ταράσιος ἐπιβεβαιώνει[68]: «Προλαβοῦσα ἡ ἁγία σύνοδος αὕτη ἀπεφήνατο, ἀκολουθοῦσα τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἡμῶν, ὅτι τοὺς προσερχομένους ἐκ τῆς αἱρέσεως προσδέχεσθαι χρή, ἐὰν ἑτέρα αἰτία οὐκ ἐκβάλλῃ τοὺς τοιούτους ἐκ τῆς ἱερατικῆς τάξεως». Τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν πρακτικῶν τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι, ὅτι ὁ Ἁγ. Ταράσιος ἀναγνωρίζει τὴ χειροτονία εἰκονομάχων Ἐπισκόπων, ἀκόμα καὶ αὐτῶν ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀποκαθιστᾶ κανονικὰ στοὺς θρόνους τους. Χωρὶς ἐδῶ νὰ μποροῦν νὰ καταγραφοῦν ἀναλυτικὰ ὅλα ὅσα διαδραματίστηκαν στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὀφείλουν νὰ τονισθοῦν τὰ ἑξῆς σημεῖα:

1. Οἱ ἐπιστρέφοντες εἰκονομάχοι δὲν γίνονται δεκτοὶ μόνον ὡς Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ ἐπανέρχονται στὶς ἐπισκοπικὲς ἕδρες ποὺ κατεῖχαν[69].

2. Ἡ χειροθεσία ποὺ προβλέπει ὁ 8ος κανόνας τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (περὶ Καθαρῶν) δὲν εἶναι ἀναχειροτονία, ἀλλὰ ἁπλῆ εὐλογία[70]. Στὴν περίπτωση τῶν Εἰκονομάχων τελικὰ προκρίνεται ὡς οὐσιαστικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴν ἀποδοχή τους ἡ καταδίκη τῆς αἵρεσης καὶ ὄχι κάποια χειροθεσία.

3. Ὁ Εὐστάθιος Σεβαστείας (300-380), υἱός τοῦ ἀρειανόφρονος Εὐλαλίου Σεβαστείας, παρότι κατεδικάσθη ὡς ἀρειανόφρων ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Μελιτηνῆς, ἀπεκατεστάθη στὴν ἕδρα του καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὸς καὶ ἀπὸ τὸ Μ. Βασίλειο[71].

4. Σύμφωνα μὲ τὴν γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο Μεσσαλιανοὶ κληρικοὶ γίνονται ἀποδεκτοὶ στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας ἄνευ ἀναχειροτονίας[72].

5. Ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καλεῖ τὸ Διάκονο Μάξιμο νὰ μὴ διακόπτει τὴν κοινωνία πρὸς τὸν Ἀντιοχείας Ἰωάννη, ἐπειδὴ ὁ τελευταῖος ἀποκατέστησε ἄμεσα τὴν κοινωνία μὲ πρώην Νεστοριανούς. Τὸ καλεῖ μάλιστα «μὴ ἀκριβολογεῖσθαι σφόδρα περὶ τοὺς μεταγινώσκοντας οἰκονομίας, ὡς ἔφην, δεῖται τὸ πρᾶγμα πολλῆς»[73].

6. Ὁ Ἅγ. Κύριλλος στὴν πρὸς τὸν Ἀρχιμανδρίτην Γεννάδιο ἐπιστολή του τὸν καλεῖ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν κοινωνία του πρὸς τὸν Πρόκλον Κωνσταντινουπόλεως (434-446), ὁ ὁποῖος εἶχε κοινωνία μὲ αἱρετικό μὴ ἀναγνωριζόμενο Ἐπίσκοπο (μὴ κατονομαζόμενο) τῆς Αἰλιέων Πόλεως. Σημαντικὲς εἶναι οἱ παρατηρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου: «ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅταν μὴ ἐξῇ τὸ λίαν ἀκριβὲς ἀποσώζειν παρορῶμεν τινα, ἵνα μὴ τοῦ παντὸς πάθωμεν ζημίαν». Ὁ Ἅγ. Κύριλλος ἐπισημαίνει περαιτέρω: «ὁ τῆς οἰκονομίας τρόπος οὐδενὶ τῶν συνετῶν ἀπήρεσεν»[74].

7. Ἀναγνωσθείσης τῆς πρὸς Ρουφινιανὸν ἐπιστολῆς τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ Ἅγιος Ταράσιος τονίζει ὅτι κατὰ τὸ Μ. Ἀθανάσιο μόνον οἱ πρωτεργάτες καὶ γεννήτορες τῆς αἱρέσεως δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτοὶ ὡς κληρικοὶ καὶ ὄχι οἱ ὑπόλοιποι[75]. Ὁ ἴδιος στή συνέχεια θά ἑρμηνεύσει, τί ἀκριβῶς σημαίνουν οἱ λόγοι τοῦ Μ. Ἀθανασίου.

8. Ὁ Ὑπάτιος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Ἐπίσκοποι ὁμολογοῦν, ὅτι ἐγεννήθησαν, ἀνετράφησαν καὶ ἐχειροτονήθησαν μέσα στὴν αἵρεση, γίνονται δὲ δεκτοὶ ὡς ἐπίσκοποι[76], δηλ. γίνονται δεκτοί ἄνθρωποι ἀβάπτιστοι καί ἀχειροτόνητοι γιά τήν κανονική Ἐκκλησία. Ὁ Ἅγ. Ταράσιος δὲν ἀποδέχεται τὴ διάκριση τῶν αἱρέσεων σὲ μικρὲς καὶ μεγάλες: «τὸ γὰρ ἐπὶ δόγμασιν ἐπὶ μικροῖς καὶ μεγάλοις ἁμαρτάνει ταὐτόν ἐστιν· ἐξ ἀμφοτέρων γὰρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[77].

9. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μαθαίνει κανείς, ὅτι ὁ Ἱεροσολύμων Ἰουβενάλιος ποὺ εἶχε συμμετάσχει στὴ ληστρικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου «ἀναστάς... μετῆλθεν εἰς τὸ ἄλλο μέρος καὶ ἀνεβόησαν οἱ Ἀνατολικοὶ καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς εὐλαβέστατοι ἐπίσκοποι, ὁ Θεὸς καλῶς ἤνεγκέ σε, ὀρθόδοξε καλῶς ἦλθες»[78].

10. Ὁ Ρουφῖνος στὴν ἐκκλησιαστική του ἱστορία καταγράφει, ὅτι ὁ Εὐσέβιος Παμφίλου (265-340) ἐλθὼν στὴν Ἀλεξάνδρεια βρῆκε συγκρατούμενη μιὰ Σύνοδο, ὅπου ὑπῆρχαν κάποιοι ποὺ ἔλεγαν, ὅτι ὅσοι ἐκοινώνησαν μὲ τὸν Ἄρειο δὲν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτοὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν ἐπεκράτησε, ἀφοῦ ἡ ἀντίθετη ἄποψη θεωροῦσε ὅτι «οὔτε γὰρ μόνοις ἡμῖν τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν πρεσβεύειν ὀφείλομεν, ἀλλὰ καὶ ἑτέροις πολλοῖς». Ὅταν ὁ Πατέρας ἔδωσε τὴ στολὴ καὶ τὸ δακτύλιο στὸν ἄσωτο, τὸ κατέστησε μέτοχο στὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης[79].

11. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τοῦ Σωκράτους[80]ἐπίσκοπος Σειρμίου Φωτεινός ἦταν μαθητὴς τοῦ Μαρκέλλου Ἀγκύρας. Στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς οἱ «ἀνόμοιοι» Ἐπίσκοποι Παῦλος καὶ Ἀθανάσιος γίνονται δεκτοὶ στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποκαθίστανται στοὺς θρόνους τους. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸ Μάρκελλο Ἀγκύρας ποὺ διαβεβαίωσε, ὅτι δὲ θεωροῦσε, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ψιλὸς ἄνθρωπος[81].

12. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Ρώμης πρεσβύτερος Πέτρος διαβεβαιώνει, ὅτι ὁ Μακάριος Ἀντιοχείας, ὁ ἀναθεματισθεὶς ἀπὸ τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀφοῦ ἦλθε στὴ Ρώμη, ἐκλήθη ἀπὸ τὸν τότε πάπα Βενέδικτο νὰ ἀποβάλει τὴν κακοδοξία του καὶ τότε θὰ μποροῦσε, παρὰ τὴν ἐπίσημη καταδίκη, νὰ ἔχει μαζί του ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία[82].

13. Ὁ Μελέτιος Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος ἐχειροτονήθη ἀπὸ Ἀρειανούς, ἀνέβη στὸ ἄμβωνα, ἐκήρυξε τὸ ὁμοούσιο καὶ ἡ χειροτονία του «οὐκ ἀπεδοκιμάσθη»[83].

14. Στὸ βίο τοῦ Ἁγίου Σάββα καταγράφεται, ὅτι ὁ Πατριάρχης Εὐστόχιος ὀκτὼ μῆνες νουθετοῦσε τοὺς Νεολαυρῖτες μοναχοὺς νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς ἀποφάσεις τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ νὰ καταδικάσουν τὸν Ὠριγένη. Ὅταν συνειδητοποίησε, ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν ἐφικτό, τοὺς ἐξεδίωξε[84]. Ἐάν ὅμως τόν κατεδίκαζαν, θά ἀποκαθίστατο ἡ μεταξύ τους κοινωνία.

15. Στὸ σαφές ἐρώτημα, ἐὰν μποροῦν νὰ γίνουν δεκτοὶ καὶ οἱ ὑπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντες Ἐπίσκοποι, ἡ ἀπάντηση εἶναι κατηγορηματικὰ καταφατική. Στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τοῦ Ρουφίνου ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Ἀκάκιος καὶ ὁ Πατρόφιλος, ὁμοϊδεάτες τοῦ Μακεδονίου, ἐξεδίωξαν τὸν Ἱεροσολύμων Μάξιμο καὶ ἐγκατέστησαν ἐκεῖ τὸν Κύριλλο[85]. Εἶναι μία «μομφή» ποὺ τὸν συνόδευε μέχρι τὴν Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

16. Γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Ἀνατολίου ποὺ χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸ Διόσκορο Ἀλεξανδρείας, παρόντος τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ Ἅγιος Ταράσιος δὲν ἐπιχειρηματολογεῖ βασιζόμενος στὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν εἶχε ἀκόμα καθαιρεθεῖ (Δ´ Οἰκ. Σύνοδος), ἀλλὰ προβάλλει μιὰ ἐπιχειρηματολογία ποὺ κατέχει ἐξέχουσα θεολογικὴ σημασία. Ἐπισημαίνει: «Καὶ ἡμεῖς γοῦν δεχώμεθα τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, ὡς καὶ Ἀνατόλιος ἐδέχθη καὶ αὖθις ἀληθῶς φωνὴ θεοῦ ἐστιν, ὅτι οὐκ ἀποθανοῦνται τέκνα ὑπὲρ πατέρων, ἀλλ᾽ ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ ἁμαρτίᾳ ἀποθανεῖται, καὶ ἐκ τοῦ θεοῦ ἐστιν ἡ χειροτονία»[86]. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὰ ἀθῶα τέκνα δὲν εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὰ ἁμαρτήματα τῶν αἱρετικῶν Πατέρων τους. Ἀκόμα καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ χειροτονία εἶναι ἐκ Θεοῦ.

17. Ὁ Σευῆρος Ἀντιοχείας προσπαθεῖ νὰ πάρει πρὸς τὸ μέρος του τὸν Ἱεροσολύμων Ἠλία, κάτι ποὺ δὲν κατόρθωσε, παρὰ τὶς πιέσεις τοῦ Αὐτοκράτορος Ἀναστασίου. Γι᾽ αὐτὸ τὸν ἔδιωξε καὶ ὁ Ἠλίας ἀντεκατεστάθη ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὅμως τελικὰ ἀρνήθηκε νὰ συνταχθεῖ μὲ τὸ Σευῆρο καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐφυλακίσθη. Γιὰ νὰ ἀποφυλακισθεῖ ὑπεσχέθη στὸν Δούκα τῆς Παλαιστίνης, ὅτι μέσα σὲ δύο ἑβδομάδες μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του θὰ συνταχθεῖ μὲ τὸ Σευῆρο, ὁ ὁποῖος καθύβριζε τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Τελικὰ ὅμως ὁ Ἰωάννης ὑπὸ τὴν πίεση 10.000 μοναχῶν καὶ μὲ τὴν παρουσία τῶν «κορυφαίων μοναχῶν» Σάββα καὶ Θεοδοσίου ἀνεθεμάτισε τὸ Νεστόριο, τὸν Εὐτυχῆ καὶ τὸ Σευῆρο καὶ ὅλους ὅσους δὲν ἀπεδέχοντο τὴ σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας. (Ἐκ τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου Σάββα)[87].

18. Οἱ ὑπὸ τῶν Πατριαρχῶν Κων/λεως Σεργίου, Πύρρου, Παύλου καὶ Πέτρου χειροτονηθέντες γίνονται δεκτοὶ καὶ παρακάθονται στὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο[88].

19. Ὁ Μ. Βασίλειος[89] στὴν πρὸς Νικοπολίτας ἐπιστολή του ἐπισημαίνει, ὅτι δὲν θεωρεῖ κληρικοὺς αὐτοὺς ποὺ χειροτονήθηκαν ἀπὸ βέβηλα χέρια αἱρετικῶν ποὺ προσβλέπουν στὴν κατάλυση τῆς πίστεως, ἐνῶ δὲ μέ τὴν εἰρήνευση καὶ τὴν ἀνατροπὴ τῆς αἱρέσεως ἐπιθυμοῦν νὰ ἀνήκουν στὴν κανονικὴ Ἐκκλησία. Ὁ Ἅγ. Ταράσιος ἑρμηνευτικά ἐπισημαίνει, ὅτι ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἀπηγόρευσε τὴ χειροτονία ὑπὸ Ἀρειανῶν καὶ δὲν δέχεται στὴν κανονικὴ Ἐκκλησία, ὅσους θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν νὰ χειρονηθεῖ ἀπὸ Ὀρθοδόξους καὶ τό ἔπραξαν πρὸς κατάλυσιν τῆς πίστεως. Ὁ Ἅγιος Ταράσιος ἐπιχειρηματολογεῖ περαιτέρω λέγοντας, ὅτι οἱ διάδοχοι τοῦ M. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος κατ’ αρχήν και γενικῶς ἦτο τῆς ἀναχειροτονήσεως[90], πολλὰ χρόνια ἀργότερα ἀπὸ τὴν καταδίκη τοῦ Ἀρειανισμοῦ τὸ 325, ἔκαναν δεκτοὺς τοὺς ἀπὸ Ἀρειανῶν χειροτονηθέντας[91] καὶ καταλήγει[92]: «Πανταχοῦ γὰρ οἱ πατέρες σύμφωνοι εἰσιν, ἐναντίωσις δὲ οὐδεμία ἔνεστιν αὐτοῖς, ἀλλ᾽ ἐναντιοῦται αὐτοῖς οἱ τὰς οἰκονομίας καὶ τοὺς σκοποὺς αὐτῶν μὴ ἐπιστάμενοι». Ὁ Ἅγ. Ταράσιος μᾶς καλεῖ νὰ διαγνώσουμε τὸ νοῦ τῶν Πατέρων, ἀλλὰ καὶ τὴ σκοπιμότητα τῶν ὅσων αὐτοὶ κατέγραψαν.

20. Ἰδιαίτερη σημασία δίδεται στὸ γεγονός, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους Ἐπισκόπους, ὁ Γρηγόριος Νεοκαισσαρείας γίνεται δεκτός «εἰς τὸν ἑαυτοῦ τόπον»[93], παρότι ἦταν πρωτεργάτης τῆς αἱρέσεως καὶ παρότι ὁ Μ. Ἀθανάσιος στὴν προαναφερθεῖσα ἀνωτέρω ἐπιστολή του πρὸς τὸ Ρουφινιανὸ θεωρεῖ, ὅτι αὐτοὶ γίνονται μὲν δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία, δὲν θὰ πρέπει ὅμως νὰ τοὺς ἀναγνωρίζεται ἡ Ἱερωσύνη. Γιὰ τὴν ὑπέρβαση αὐτοῦ τοῦ ἐμποδίου ὁ Κωνσταντίας Κύπρου Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Ἅγιος Ταράσιος προσάγουν τὰ παραδείγματα τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων καὶ τοῦ Εὐσταθίου Σεβαστείας[94]. Ὁ μὲν πρῶτος ἦταν, ὡς ἐλέχθη «Ἔξαρχος» τῆς ληστρικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου καί «μετὰ τὴν παρανομίαν αὐτοῦ μετανοήσας ἐδέχθη», ἐνῶ ὁ δεύτερος «Ἔξαρχος ἦν τῆς αἱρέσεως τῶν Μακεδονιανῶν, ἀλλὰ μετὰ λιβέλλου ὁ ἅγιος Βασίλειος καὶ πατὴρ ἐδέξατο αὐτόν». Μὲ αὐτὴ τὴ διευκρίνηση «ἀνῆλθον εἰς τὰς ἁρμοζούσας αὐτοῖς καθέδρας», ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Νεοκαισαρείας καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι.

Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ λόγια τὰ καταληκτήρια καὶ σχετικὰ τοῦ Ἁγ. Ταρασίου: «Προλαβοῦσα ἡ ἁγίας σύνοδος αὕτη ἀπεφήνατο, ἀκολουθοῦσα τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἡμῶν, ὅτι τοὺς προσερχομένους ἐκ τῆς αἱρέσεως προσδέχεσθαι χρή, ἐὰν ἑτέρα αἰτία οὐκ ἐκβάλλῃ τοὺς τοιούτους ἐκ τῆς ἱερατικῆς τάξεως τὸ αὐτὸ οὖν καὶ πάλιν λέγομεν». Ὅλη ἡ Σύνοδος ἀπήντησε ὁμόφωνα στοὺς λόγους τοῦ Ἁγ. Ταρασίου: «Πάντες τὸ αὐτὸ λέγομεν»[95]. Ὁ ἴδιος Πατριάρχης[96] σχολιάζοντας την ἐπιστολή τοῦ Μ. Βασιλείου πρός Νικοπολίτας καί κατά τήν ἀνάγνωση τοῦ 8. κανόνα τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου πού ἀναφέρεται στήν ἀποδοχή Νοβατιανῶν κληρικῶν χωρίς νέα χειροτονία τονίζοντας τήν ὁμοφωνία τῶν Πατέρων («πανταχού οἱ πατέρες ἀλλήλοις σύμφωνοι εἰσίν, ἐναντίωσις δέ οὐδεμία ἔνεστιν αὐτοῖς, ἀλλ’ ἐναντιοῦνται οἱ τάς οἰκονομίας καί τούς σκοπούς αὐτῶν μη ἐπιστάμενοι») ἐπεσήμανε, ὅτι ὁ κανών οὗτος ἰσχύει γιά ὅλες τίς αἱρέσεις[97] (περί πάσης αἱρέσεως ἐστίν»). Εἶναι δυνατόν νά ζητῆται ἀναχειροτόνησις σέ περίπτωση σχισματικῶν;

Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἱ. Φωτίου[98], ὁ ὁποῖος στό ἐρώτημα «Τίνων κατακριθέντων οἱ ὑπ’ αυτῶν χειροτονηθέντες οὐδέν ἐποίησαν»; μερικές δεκαετίες ἀργότερα ἐπιβεβαιώνει καί ἐπικυρώνει τή σχετική πράξη τοῦ Ἁγ. Ταρασίου καί συνολικά τή σχετική πράξη τῆς Ἐκκλησίας παρέχοντας συγκεκριμένα παραδείγματα. Ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος Φώτιος:

  • Παύλου τοῦ Σαμοσατέως κατακριθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ καθῄρηται..
  • Τοῦ Νεστορίου καθαιρεθέντος, οὐδείς τῶν ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντων καθῄρηται..
  • Πέτρου τοῦ Μογγοῦ… καθαιρεθέντος…οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες ἐδέχθησαν
  • Καί ὁ Φῆλιξ ὁ Ρώμης γράφων πρός Ζήνωνα τόν βασιλέα, τήν διάταξιν αὐτοῦ, ἥτις Πέτρον μέν τῆς Ἐκκλησίας ἐξέβαλλεν, ἐκείνους δέ μετανοοῦντας ἐδέξατο, θεῖον ἀποκαλεῖ τύπον…
  • Μελέτιος ὁ Ἀντιοχεύς ὑπό αἱρετικῶν χειροτονηθείς… παρά τῆς Ἐκκλησίας ἀπεδέχθη.
  • Οἱ ὑπό Σεργίου καί Πύρρου χειροτονηθέντες καί Μακαρίου … προσεδέχθησαν.
  • Καί οἱ ὑπό Μακεδονίου τοῦ Πνευματομάχου χειροτονηθέντες ὡσαύτως.
  • Τόν Ἀκάκιον οἱ Ρωμαῖοι … καθαιρέσει ὑπέβαλλον… τούς ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντας συλλειτουργούς εἶχον…
  • Οἱ ὑπό Ἀναστασίου καί Νικήτα τῶν αἱρετικῶν χειροτονηθέντες παρά τῆς ἑβδόμης ἐδέχθησαν συνόδου…
  • Καί Μελέτιος δέ μυρίων ἔχοντος γέγονεν … ἀλλ’ ὅμως εἰ καί καθῃρέθη πολλάκις… τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου ἀπείληφεν».

Xαρακτηριστικές εἶναι καί ὅλες οἱ περιπτώσεις κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι καθαιρέθηκαν καί ἀποκαταστάθηκαν χωρίς ἄλλο ἀμέσως, οἱ ὁποῖες περιέχονται σέ ἀπάντηση τοῦ Ἱ. Φωτίου στήν ἐρώτηση «πότε καθῃρέθησαν ἐπίσκοποι, καί πάλιν ἐδέχθησαν, ἤ τῇ τοῦ ἰδίου λαοῦ παρακλήσει;». Ἀναφερόμενος στούς ὑπ’ αὐτοῦ καί τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου καθαιρεθέντας, ὁ Ἱ. Φώτιος τονίζει: «Ὅτι καί ἑτέρους πλείστους καθαιρεθέντας ἐπί ἐγκλήμασι παρά τοῦ ἁγιωτάτου Ἰγνατίου ἡμεῖς ἐδεξάμεθα, καί τούς ὑφ’ ἡμῶν καθαιρεθέντας ὁ ἐν ἁγίοις Ἰγνάτιος ἐδέξατο». Γιά τήν ἐπιστροφή στήν κανονικότητα στίς πολυάριθμες αὐτές περιπτώσεις[99] δέν τίθεται καμία προϋπόθεση, παρά μόνο ἡ ἐπιθυμία γιά τήν ἔνταξη στήν Ἐκκλησία.

• Ὅταν ἔχει κανεὶς ὑπ᾽ ὄψιν του, τόσο τὸ γεγονὸς τῶν μεμονωμένων περιπτώσεων, οἱ ὁποῖες προηγουμένως προαναφέρθηκαν, ὅσα καὶ ὅσα διαδραματίσθηκαν στὶς πρῶτες συνεδρίες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὶς περιπτώσεις τῶν εἰκονομάχων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖες ἐγένοντο δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία χωρὶς ἄλλο, παρὰ μόνο τὴν ἀπολογία τῆς κακοδοξίας τους, ἀπαραίτητη προϋπόθεση, ἀφοῦ ἦσαν αἱρετικοί, δηλ. χωρὶς ἀναχειροτονία ἢ χειροθεσία, παρότι ἤδη ὁ 68. ἀποστολικός κανών[100] στίς περιπτώσεις μόνο τῶν αἱρετικῶν καί ὄχι τῶν σχισματικῶν ἐπιβάλλει τήν ἀναχειροτόνηση-,  κατανοεῖ κανεὶς πολὺ καλά, γιατὶ σὲ περιπτώσεις σχισματικῶν συνέβη κατὰ μείζονα λόγο τὸ ἴδιο. Κατανοεῖ κανεὶς ἐπίσης, γιατὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία ἀνευρίσκει μὲν κανεὶς πολλά, ἤδη ἀπὸ τὸν Ἅγ. Κυπριανὸ Καρθαγένης, γιὰ τὴ Θεολογία τοῦ Σχίσματος, ὄχι ὅμως καὶ γιὰ τὸν τρόπο ἐπαναφορᾶς τῶν σχισματικῶν στὴν κανονικότητα. Ἡ Ἐκκλησία ἔκρινε, ὅτι μὲ τὴν ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τῆς Ἱερωσύνης διευκόλυνε τὴν πορεία πρὸς τὴν κανονικότητα. Ἰδιαίτερα, ὅταν ἐπρόκειτο ὄχι γιὰ μεμονωμένες περιπτώσεις, ἀλλὰ γιὰ ὁμάδες πιστῶν οἰκονομοῦσε εὐκολώτερα αὐτὴ τὴν πορεία μὲ τὴν ἀναγνώριση καὶ τῆς Ἱερωσύνης.

Ἀνάμεσα στὰ παραδείγματα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναφέρει κανεὶς εἶναι αὐτὴ τῆς ἄρσης τοῦ Βουλγαρικοῦ σχίσματος[101] ποὺ διήρκησε ἐπὶ δεκαετίες. Ἄρχισε τὸ 1870 καὶ ἤρθη τὸ 1945 ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὴν ἀναγνώριση τῶν κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Σχίσματος γενομένων Μυστηρίων[102] (καί χειροτονιῶν).

Ἀλλὰ καὶ στὴν ἱστορία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας δὲν εἶναι ἄγνωστες παρόμοιες περιπτώσεις. Θὰ ἀναφερθοῦν δύο παραδείγματα, ἕνα παλαιότερο καὶ ἕνα σχετικὸ πρόσφατο:

α. Εἶναι ἱστορικὰ βέβαιο, ὅτι τὸ ἔτος 1840 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἀπεδέχθη στοὺς κόλπους της τοὺς προσελθόντας πρὸς αὐτὴν Οὐνίτες Ἐπισκόπους, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀρχιερωσύνη τους καὶ χωρὶς νὰ προβεῖ σὲ ἀναχειροτονίες[103].

β. Σημαντικότερη ὅμως εἶναι ἡ εἰσδοχὴ τὸ ἔτος 2008 στοὺς κόλπους τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἐπὶ Πατριάρχου Ἀλεξίου καὶ παρουσίᾳ τοῦ Προέδρου Πούτιν. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ ἕνωση τῶν σχισματικῶν παροικιῶν τῆς Διασπορᾶς καὶ τῶν ἀρχιερέων τους μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἔγινε μὲ τὴν ὑπογραφὴ ἑνὸς κειμένου-συμβολαίου[104], τὸ ὁποῖο περιέχει διοικητικὲς διατάξεις ρυθμίζουσες σχετικὰ θέματα. Πρὸς τῆς κοινῆς Θ. Λειτουργίας καὶ τῆς Ἱ. Μεταλήψεως ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος δεόμενος ὑπὲρ τῆς ἑνότητας τῶν Ἐκκλησιῶν ἀνέγνωσε μιὰ προσευχή[105], ἡ ὁποία προφανέστατα δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ, ὅτι ὑποκαθιστᾶ οὔτε τὴ χειροτονία, οὔτε τὴν χειροθεσία, τὴν ὁποία ἴσως κάποιοι θεωροῦν ἀναγκαία γιὰ τὴν εἰσδοχὴ τῶν σχισματικῶν στὴν κανονικότητα[106].

Γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ τὸ ἀληθὲς τοῦ λόγου παρατίθεται ἀμέσως κατωτέρω τὸ κείμενο τῆς ἀναγνωσθείσης ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Μόσχας προσευχῆς:

«Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθης, ὅτι οἱ πύλες Ἅδου δέ θά καταβάλουν τῆ Ἐκκλησία Σου, ἐπίβλεψον ἐπὶ τὴν Ρωσσικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ δύσκολο χρόνο τῆς διελθούσης μεγάλης θλίψεως παρουσίασε πλήθη μαρτύρων ἐνώπιον τοῦ προσώπου Σου διὰ πρεσβειῶν τῆς ἀχράντου Σου Μητρός, τοῦ Ἁγίου Ἰσαποστόλου μεγάλου Βασιλείου Βλαδιμήρου, τῶν ἐν Μόσχα Ἁγίων Πέτρου, Ἀλεξίου, Ἰωνᾶ, Μακαρίου, Φιλίππου, Ἰώβ, Γέρμογεν καὶ Τύχωνος, τῶν Ἁγίων ὑποστάντων τὸ μαρτύριο Βασιλέων (ἐνν. τοὺς Ρωμανώφ) καὶ πάντων τῶν Ρώσσων νεομαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν. Περικράτησον αὐτήν (ἐνν. τὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία) ἀκέραιη, ἀήττητη καὶ εἰρηνική.

Ὅπως πρὸς τὸν ἐπουράνιο Πατέρα ἀνέπεμψες προσευχὴ γιὰ τοὺς μαθητές σου, «ἵνα ὧσιν ἕν», στεῖλε τὸ ἔλεός Σου στὸν κόσμο, τὸ ἁμαρτάνοντα καὶ μὴ τηρῶντα τὸ θέλημά σου. Εὐλόγησε τὴν καλὴ πρόθεσή μας καὶ διατήρησε Σὺ τὸ ἔργο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ δική Σου Δόξα, παῦσε τὶς ἔριδες καὶ τὶς διαιρέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν.

Δῶσε σὲ μᾶς νὰ τηροῦμε τὴν ἐντολή σου, νὰ ἀγαποῦμε ἐσένα, τὸ Θεό μας καὶ τὸν πλησίον μας, βοήθησε, ὥστε νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ κάθε προσβολὴ καὶ ὀργή, (ὥστε) ἡ φιλαδελφία νὰ βασιλεύει μεταξὺ τῶν τέκνων τῆς Ἐκκλησίας σου, αὐτῶν ποὺ εὑρίσκονται στὴν πατρίδα καὶ τὴ Διασπορά.

Ἀξίωσέ μας λοιπὸν τώρα νὰ εἰσέλθουμε στὸ Ἅγιό Σου θυσιαστήριο καὶ νὰ προσφέρουμε τὴν ἀναίμακτη ἱερουργία, ὥστε μεταλαμβάνοντες τοῦ ζωοποιοῦ σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματός σου νὰ ἑνωθοῦμε σὲ ἕνα σῶμα καὶ νὰ δοξολογήσουμε ἐξ ὅλης καρδίας τὴν ἀμέτρητη φιλανθρωπία Σου.

Κατάπεμψε σὲ μᾶς Κύριε τὴν ἐπουράνια εὐλογία Σου, ὥστε αὐτὴ νὰ μᾶς ἐπισκιάζει, νὰ ζήσουμε μὲ εἰρήνη καὶ ἑνότητα, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν μονῶν τοῦ Παραδείσου, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση τῆς πίστης, ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἐλπίδας καὶ ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη· ἐκεῖ μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Ἁγίων Σου θὰ ὑμνήσουμε ἐσένα Κύριε καὶ Ἀρχιποίμενά μας, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχό Σου Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο (θεῖο) Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση αὐτῆς τῆς προσευχῆς, χωρὶς καμία χειροθεσία, χωρὶς νὰ ὑπάρξει οὐδ᾽ ὁ ἐλάχιστος προβληματισμὸς γιὰ τὴν ἐγκυρότητα τῶν χειροτονιῶν ποὺ τελέστηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ σχίσματος, χωρίς μετάνοια γιά τό προκληθέν Σχίσμα, χωρὶς νὰ προβληματίσει τὸ γεγονός, ὅτι οἱ πρώην αὐτοὶ σχισματικοὶ ρῶσσοι τῆς Διασπορᾶς εἶχαν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ ἄλλες σχισματικὲς ὁμάδες ἀπὸ ἄλλες Ἐκκλησίες, ὅπως π.χ. οἱ Παλαιοημερολογίτες ποὺ εὑρίσκονται ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, (πρώην) σχισματικοὶ καὶ Ρῶσσοι Ἐπίσκοποι ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τέλεσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴ Θ. Λειτουργία καὶ κοινώνησαν ἀπὸ κοινοῦ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ[107].

Αὐτοί πού ἔπραξαν αὐτά, τολμοῦν νά κατηγοροῦν σήμερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Σύμφωνα μέ ὅλα τὰ παραπάνω τὸ θέμα τῆς Οὐκρανίας ἀντιμετωπίστηκε ὡς πρόβλημα ἐκκλησιαστικὸ καὶ ὡς τέτοιο κρίθηκε μὲ κριτήριο τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ τὴν κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμα καὶ ἂν δὲν ἀνῆκε ἡ Οὐκρανία στὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ προβλήματος, ὁ καταδικασθεὶς καὶ καθαιρεθεὶς ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο πρώην Κιέβου Φιλάρετος μαζὶ μὲ τὸ Μακάριο (Λβίβ) ποὺ ἀκολουθοῦνται ἀπὸ ἑκατομύρια πιστοὺς εἶχαν τὸ κανονικὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλουν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Ἔκκλητο καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ἔνταξή τους στὴν κανονικότητα. Τὸ γεγονός, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος προσωπικὰ ἀνεγνώρισαν τότε αὐτὴ τὴν καθαίρεση αὐτό δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα[108]. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀνεγνώρισε αὐτονόητα τὴν καθαίρεση, ὅπως ἀναγνωρίζεται ἡ καθαίρεση οἰουδήποτε κληρικοῦ ἀπὸ τὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὅταν καθαιρεθεῖ ἀπὸ τὴ δική του Ἐκκλησία. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποτελεῖ κώλυμα γιὰ τὸν καταδικασθέντα ἀσκώντας Ἔκκλητο νὰ προσφύγει στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ νὰ ζητήσει τὴν ἐπανεξέταση τῆς ὑποθέσεώς του. Ἄλλωστε καὶ μόνο τὸ συνεχές αἴτημα πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο συνιστᾶ ἐκ μέρους τοῦ Φιλαρέτου καὶ τοῦ Μακαρίου συνειδητοποίηση τῆς ἀντικανονικῆς τους θέσεως στὴν κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τὴν ὁποία καὶ ἠθέλησαν νὰ ἄρουν. Τό «ἁμάρτημα» τὸ ὑποτιθέμενο καὶ τῶν δύο ἦταν, ὅτι δὲν ἤθελαν καὶ δὲν θέλουν στὴν Οὐκρανία μιὰ Ἐκκλησία ἐξαρτώμενη ἀπὸ τὴ Μόσχα. Τὶ διαφορετικὸ ἔπρεπε νὰ πράξει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο ἔδωσε κατὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰώνα τὴν αὐτοκεφαλία σὲ ὅλες τὶς νεώτερες Ἐκκλησίες, ἀποστερούμενο σημαντικότατα ἐδάφη τῆς κανονικῆς του δικαιοδοσίας, ὅταν ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἐδέχετο συνεχῶς τὰ αἰτήματα τῶν (πρώην) Οὐκρανῶν σχισματικῶν, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη παρὰ τὶς παραινέσεις πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ στὸν Πατριάρχη Μόσχας ἀντιμετώπιζε τὴν παγερὴ ἀδιαφορία, ἀπευθυνόμενο εἰς «ὧτα μὴ ἀκουόντων»; Τὶ διαφορετικὸ ἔπραξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀναγνωρίζοντας τὶς χειροτονίες τῶν (πρώην) σχισματικῶν ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔπραξε καὶ πράττει ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία αἰῶνες τώρα, ἡ ὁποία γιὰ τὴν οἰκονομία τῶν πραγμάτων καὶ τήν «οἰκονομία τῶν πολλῶν»[109] ἀναγνώρισε κατὰ καιροὺς χειροτονίες ὄχι μόνο σχισματικῶν, ἀλλὰ καὶ αἱρετικῶν; (Αὐτὸ βεβαίως δὲ σημαίνει, ὅτι ὁ κάθε σχισματικὸς ἤ καθηρημένος κληρικὸς ἐπανέρχεται σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία ἀναγνωριζομένης τῆς χειροτονίας του. Ἡ κάθε περίπτωση ἀξιολογήθηκε καὶ ἀξιολογεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ξεχωριστά[110]). Αὐτή τήν ἀπάντηση εἶχε δώσει καί τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων, ὅταν ρωτήθηκε σχετικά ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως[111].

 

VI. Ἡ ἀποστολική διαδοχή

Ἡ διάσωση τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἀπό τό Φιλάρετο καί τό Μακάριο –καί αὐτό εἶναι τό τελευταῖο ἐπιχείρημα τῆς ρωσσικῆς ἐπιχειρηματολογίας πού ἔχει συνειδητοποιήσει πλέον τήν ἀποδεικτική ἀδυναμία ὅλων τῶν προηγούμενων – εἶναι ἱστορικά ἀναμφίβολη. Ἐάν ὅμως ἡ ἀποστολική διαδοχή νοηθεῖ ὡς διαδοχή πίστεως, αὐτή ὑφίσταται καί εἶναι δεδομένη. Ἐάν ἡ ἀποστολική διαδοχή νοηθεῖ ὡς διαδοχή τάξεως καί αὐτή εἶναι δεδομένη.

Οἱ ἐπίσκοποι τοῦ πρώην Πατριαρχείου Κιέβου ἔχουν διαδοχή, γιατί χειροτονήθηκαν ἀπό τόν πρώην Πατριάρχη Φιλάρετο πού μέ τόν κανονικό ἐπίσκοπο Ποτσάεφ Ἰάκωβο (Παντσιούκ) ἐγκατέλειψαν τό Πατριαρχεῖο Μόσχας[112]. Γιά τή παράταξη τοῦ Μακαρίου Μαλέτιτς ὑπάρχουν τρεῖς γραμμές διαδοχῆς. Ὁ Μακάριος (Μαλέτιτς) χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τήν 3η Νοεμβρίου 1996 ἀπό τούς Ἐπισκόπους Δημήτριο (Γιαρέμα), Ἰγκόρ (Ισιτσένκο) καί Μεθόδιο (Κουντριακόφ). Τόσο ὁ Δημήτριος Γιαρέμα (1993), ὅσο καί ὁ Μεθόδιος Κουντριακόβ (2000) διετέλεσαν Πρόεδροι τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, χειροτονηθέντες εἰς κανονικήν διαδοχήν τοῦ Μητροπολίτου Μετίσλαβ[113] (Σκρίπνικ).

 Ὁ Μητροπολίτης Μετίσλαβ (Σκρίπνικ) εἶχε χειροτονηθεί τό 1942 ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Πολύκαρπο Σικόρσι, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπό το Μητροπολίτη Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας Διονύσιο. (Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πολύκαρπος μαζί μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Πόλεσκ καί Πίνεκ Ἀλέξανδρο Ἰνόλεντσε μέ τήν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Βαρσοβίας Διονυσίου χειροτόνησαν (1942) ὡς ἐπισκόπους τό Νικάνορα Ἀμπράμοβιτς καί τόν Ἰγκόρ Γκούμπα, ἱδρύοντας τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας. Τό ἴδιο ἔτος χειροτονήθηκαν ἄλλοι 10 ἐπίσκοποι, ἐνῶ μαζί τους ἑνώθηκε ὁ Μητροπολίτης Χάρκιβ Θεόφιλος Μπουλντόβσκι. Το 1944 ἡ κυβέρνηση τῆς Σοβιετικῆς ἕνωσης ἐξαπέλυσε ἐναντίον τους σκληρό διωγμό καί ἀναγκάστηκαν νά φύγουν στήν Ἀμερική. Τόν Πρόεδρο τῆς Συνόδου Πολύκαρπο διεδέχθη ὁ Μητροπολίτης Νικάνωρ Ἀμπράμοβιτς  το 1953, μετά το θάνατο τοῦ ὁποίου (1969) Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐξελέγη ὁ Μητροπολίτης Μετίσλαβ (Σκρίπνικ). Τό 1990 ὁ Μετίσλαβ (Σκρίπνικ) ἐξελέγη ἀπό τή Μεγάλη Σύνοδο τῶν Οὐκρανῶν Αὐτοκεφαλιστῶν τοῦ Κιέβου Πατριάρχης Κιέβου. Τό 1992 με τό Πατριαρχεῖο Κιέβου ἑνώθηκε ὁ περίφημος Φιλάρετος Ντινισένκο (πρώην ἱεράρχης τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί ἔξαρχος στήν Οὐκρανία), ὁ ὁποῖος χωρίστηκε ἀπό τήν αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία καί δημιούργησε δική του Ἐκκλησία, τό ἔτος 1993. Τό ἴδιο ἔτος (1993) ἀπεβίωσε ὁ Μετίσλαβ καί οἱ πιστοί σέ αὐτόν ἐξέλεξαν ὡς Πατριάρχη τό Δημήτριο Γιαρέμα, μετά τό θάνατο τοῦ ὁποίου το 2000 Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐξελέγη ὁ Μητροπολίτης Μεθόδιος (Κουντριακόβ). Αὐτόν τό 2015 διαδέχθη ὁ Μακάριος Μαλέλιτς.

Σημαντικός  Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας Κιέβου ἦταν ὁ Βασίλειος (Μπονταρτσούκ). Εἶχε ἐνεργό ρόλο στίς χειροτονίες τῶν δύο τελευταίων Προκαθημένων της Μεθοδίου (Κουντριακόφ) καί Μακαρίου (Μαλέλιτς). Ἀντίθετα πρός ὅ,τι ἐσφαλμένα ἰσχυρίζεται ἡ ρωσσική πλευρά ὁ Βασίλειος (Μπονταρτσούκ) χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος στις 31 Μαρτίου 1990 ἀπό τους Ἐπισκόπους Ἰωάννη (Μπονταρτσούκ) καί Βικέντιο Τσεκάλιν. Ὁ πρῶτος, ὁ Ἰωάννης, ἦταν τότε ἐπίσκοπος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Παρών στή χειροτονία τοῦ Βασιλείου ἦταν καί ὁ ἐπίσκοπος Βαρλαάμ (Ιλιουσένκο), ὁ ὁποῖος ἀνῆκε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Ὁ Βαρλαάμ ἐφοβεῖτο, ὅτι θά τιμωρηθεῖ ἀπό τό Πατριαρχεῖο γιά τή συμμετοχή του στή χειροτονία, γιά αὐτό ἔλαβε τήν ὑπόσχεση, ὅτι δέ θα ἀποκαλυφθεῖ τό ὄνομά του. (Αὐτό ἔγινε μετά τό θάνατό του, στό χειροτονητήριο δέ ἔγγραφο ὑπάρχει καί ἡ ὑπογραφή τοῦ Βαρλαάμ). Ὁ Τσεκάλιν εἶχε χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος τό 1986 ἀπό τό Μητροπολίτη Καλίνιν καί Κασίν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας Ἀλέξιο καί τόν ἐπίσης ἐπίσκοπο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννη (Μπονταρτσούκ) καί τόν ἐπίσης ἐπίσκοπο τῆς «ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν» Βλαδίμηρο (Ἀμπράμοφ), κατά τή διάρκεια τοῦ κομμονιστικοῦ ἀκόμα καθεστῶτος. Οἱ δύο Ἐπίσκοποι τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἐγγυῶνται μόνοι τήν ἀποστολική διαδοχή τοῦ Βλαδιμήρου Τσεκάλιν[114], παρότι καί ὁ Βλαδίμηρος Ἀμπράμοφ εὐρίσκετο σέ κοινωνία μέ τή Rocor, τή ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς πού τό 2008 ἑνώθηκε μέ τό Πατριαρχεῖο Μόσχας[115].

Ἐάν ὑποθέσει κανείς ὅτι ὁ Βαρλαάμ δέν ἦταν παρών στή χειροτονία τοῦ Βασιλείου καί ἡ ὑπογραφή του στό ἔγγραφο εἶναι πλαστή καί ὅτι ὁ Τσεκάλιν ἦταν ἀχειροτόνητος καί μόνος αὐτοαπεκαλεῖτο ἐπίσκοπος (ὅπως ὑποστηρίζει τό Πατριαρχεῖο Μόσχας), ἀφοῦ οὐδέποτε ἔλαβε χώρα ἡ ἐπισκοπική του χειροτονία, τότε ὁ Βασίλειος Μπονταρτσούκ εἶχε χειροτονηθεῖ μόνο ἀπό ἕνα Ἐπίσκοπο πού διέθετε ἀποστολική διαδοχή (τόν ἀδελφό του Ἰωάννη) καί κατά συνέπεια ἡ ἐπισκοπική του χειροτονία δέν ἦταν κανονική, ἀφοῦ τελέστηκε μόνο ἀπό ἕναν Ἐπίσκοπο μέ ἀποστολική διαδοχή.

Εἶναι ὅμως τά πράγματα ἔτσι, ἀκόμα καί ἄν κανείς δεχθεῖ τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, παρότι αὐτό δέν μπορεῖ νά τούς ἀποδείξει;  Κατ’ ἀρχήν διερωτᾶται κανείς, τί νόημα ἔχει ἡ ἀναζήτηση ἀποστολικῆς διαδοχῆς σέ σχισματικούς; Κατανοεῖ βεβαίως κάποιος εὔκολα τήν ἀδήρριτη ἀναγκαιότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς πού ἐγγυᾶται τήν ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας μέσα στά πλαίσια καί ἐντός τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει ὅμως χάρις Θεοῦ καί Μυστήρια στους σχισματικούς; Δέν διακόπτεται ἡ «ἀκολουθία» τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Μ. Βασίλειος; Τί νόημα ἔχει νά δεχόμαστε σήμερα, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης ἔχει ἀποστολική διαδοχή, γιατί εἶναι ὁ κανονικός διάδοχος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης τήν ἐποχή πού συνέβη τό σχίσμα, ἐνῶ δέν ἀναγνωρίζουμε τά μυστήρια τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν; Μπορεῖ νά θεωρεῖται ἕνας διάδοχος τῶν Ἀποστόλων ὡς ἀβάπτιστος;

Στήν περίπτωση πού κάποιος σχισματικός ἐπίσκοπος προσέρχεται στήν κανονική Ἐκκλησία και τοῦ ἀναγνωρίζεται τό ἀνύπαρκτο βάπτισμα καί χρίσμα πού ἔλαβε στή σχισματική ὀμάδα, τί νόημα ἔχει νά ἀναζητεῖται ἀποστολική διαδοχή; Ἐφ’ ὅσον τοῦ ἀναγνωρίζεται κατ’ οἰκονομία ἡ χειροτονία, αὐτό αὐτονόητα νά συμπεριλαμβάνει  καί τήν οἰονεί ἀναγνώριση ἀποστολικῆς διαδοχῆς πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τήν ἀναγνώριση αὐτή. Θά μποροῦσε  μάλιστα ἀπό τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας νά θεωρήσει κανείς, ὅτι ἡ ἀποστολική διαδοχή παραθεωρεῖται καί ἐκεῖνο πού κυρίως ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ πρόθεση γιά ἔνταξη στήν κανονικότητα.

Αὐτό μαρτυροῦν καί οἱ πηγές πού προαναφέρθηκαν, ὅπως τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας ἤ τοῦ Κυρίλλου Ἱεροσολύμων πού εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπό Ἀρειανούς Ἐπισκόπους, μετά τήν καταδίκη τοῦ Ἀρειανισμοῦ στήν Α΄ Οἰκουμενική, ὅπως καί τοῦ Εὐσταθίου Σεβαστείας πού ἀνῆκε στούς Μακεδονιανούς[116]. Σέ ποιά ἀπό αὐτές τίς περιπτώσεις ἐτέθη θέμα ἀποστολικῆς διαδοχῆς;

Πῶς μποροῦν ἄλλωστε νά θεωρηθοῦν ἔγκυρες οἱ χειροτονίες ἐπισκόπων ἀπό μόνο τό Μελίτιο Λυκοπόλεως[117], ἐνῶ θά ἔπρεπε νά εἶναι παρόντες δύο τουλάχιστον ἐπίσκοποι. Πῶς ὁ Μ. Βασίλειος[118], ὁ ὁποῖος κάνει λόγο γιά τή διακοπή τῆς ἀκολουθίας τῆς Χάριτος σέ σχισματικούς καί αἱρετικούς, ἐν τούτοις ἀναγνωρίζει ὡς Ἐπισκόπους τόν Ζώινον καί τόν Σατουρνῖνο, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεψαν στήν Ἐκκλησία ἐκ τῆς αἱρέσεως τῶν κακούργων ἐγκρατιτῶν»; Γιατί ὁ Μ. Βασίλειος δέ θέτει ὡς κώλυμα τῆς ἀναγνώρισης τῶν χειροτονιῶν αὐτῶν τήν ἀνυπαρξία ἀποστολικῆς διαδοχῆς; Πῶς ὁ Ἀθανάσιος μέ τή σύνοδο τῆς Ἀλεξάνδρειας (362) δέχεται σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία Ἀρειανούς καί Ἡμιαρειανούς χωρίς ἀναχειροτονία, ἀφοῦ φυσικά ἐδέχθησαν τό Σύμβολο τῆς Νίκαιας, ὅπως ἐμφαίνεται στόν Τόμο πρός Ἀντιοχεῖς[119]; Διέθεταν Ἀρειανοί καί Ἡμιαρειανοί μετά τήν καταδίκη τῆς αἵρεσης ἀπό τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο (325) ἀποστολική διαδοχή; Γιατί ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἔθεσε θέμα ἀποστολικῆς διαδοχῆς; 

·       Πῶς μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἡ ἀναγνώριση ἐγκύρων χειροτονιῶν εἰκονομάχων ἐπισκόπων εἰσερχομένων στήν Ἐκκλησία πού εἶχαν γεννηθεῖ, βαπτισθεῖ καί χειροτονηθεῖ μέσα στήν αἵρεση[120]; Διέθεταν αὐτοί ἀποστολική διαδοχή;

·       Πῶς μπορεῖ σύμφωνα μέ τά Πρακτικά τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[121] οἱ χειροτονίες πού τέλεσε μόνος ὁ Ἀγκύρας Εὐσέβιος, ὅπου αὐτή τοῦ Γαγγρῶν Καλλινίκου νά μην θεωροῦνται ἄκυρες ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου;

·       Πῶς γίνεται δεκτή ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο ἡ χειροτονία τοῦ Σιδηρίου Παλαιβίσκης πού χειροτονήθηκε μόνο ἀπό ἕνα ἐπίσκοπο, τό Φίλωνα; Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὄχι μόνο ἀναγνώρισε τή χειροτονία ἀλλά τόν προήγαγε καί σέ Ἐπίσκοπο Πτολεμαΐδος[122].

·       Πῶς ἀναγνωρίστηκε ἡ χειροτονία τοῦ Εὐαγρίου πού χειροτονήθηκε ὑπό μόνου τοῦ Παυλίνου Ἀντιοχείας[123]; Γιατί καί τότε δέν ἐτέθη θέμα άποστολικῆς διαδοχῆς;

·       Πῶς ἔγινε δεκτή ἡ χειροτονία τοῦ Ἀλεξανδρείας Πέτρου Μογγοῦ, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε ὑπό ἑνός μόνον Ἐπισκόπου καί μάλιστα καθηρημένου, τοῦ Θεοδώρου Ἀντινόης[124]; Πῶς ἔγιναν δεκτοί στήν Ἐκκλησία οἱ ὑπό τοῦ Πέτρου τοῦ Μογγοῦ χειροτονηθέντες, ἐνῶ ὁ χειροτονήσας ἦταν ἤδη προκαθῃρημένος καί αἱρετικός, ὅπως μαρτυρεῖ καί ὁ Ἱ. Φώτιος[125]; Διέθεταν ὁ Πέτρος ὁ Μογγός καί οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες ἀποστολική διαδοχή;

·       Γιατί ὁ ἀνώνυμος ὑπομνηματιστής τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν πού ἀπαιτοῦν τήν παρουσία τουλάχιστον[126] δύο ἐπισκόπων γιά τήν ἐπισκοπική χειροτονία ἐπισημαίνει: «episcoporum numerous episcopum ordinantium res est ecclesiastici juris, quae eapropter varietatem disciplinae admittit (δηλ. ὁ ἀριθμός τῶν ἐπισκόπων τῶν χειροτονούντων ἐπίσκοπον εἶναι ζήτημα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, τό ὁποῖον ὡς ἐκ τοῦτου ποικιλίαν τάξεως ἐπιδέχεται); Αὐτό ἀναμφίβολα σημαίνει, ὅτι μια χειροτονία ἑνός ἐπισκόπου, στήν ὁποία δέν θα συμμετεῖχε ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός ἐπισκόπων, θα μποροῦσε ἐνδεχομένως νά θεωρηθεῖ ὡς κανονική. (Γιατί ἄλλωστε ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης[127], ὁ ὁποῖος θεωρεῖ, ὅτι οἱ δύο ἐπί πλέον Ἀρχιερεῖς κατά τή χειροτονία νέου Ἐπισκόπου ἐπέχουν θέση μάρτυρος καί «ἁπτομένων αὐτοῦ ὡς συγχειροτονούντων τῷ πρώτῳ, ἡ πρώτη σφραγίς καί ἀπαρχή τῆς χειροτονίας παρά τοῦ πρώτου ἀρχιερέως τῇ καφαλῇ τοῦ χειροτονουμένου γίνεται». Ἐάν οἱ πλείονες τοῦ ἑνός Ἀρχιερεῖς ἐπέχουν ἁπλά θέση μάρτυρος, γιατί τότε δέ θα μποροῦσαν νά ὑποκατασταθοῦν ἀπό πρεσβύτερους; Ἐάν συγχειροτονοῦν μέ τόν πρῶτο, γιατί ἀπό αὐτόν μόνο προέρχεται ἡ «πρώτη σφραγίς καί ἀπαρχή τῆς χειροτονίας» καί ὄχι ἀπό ὅλους; Ἐάν συμβαίνει αὐτό, δέν καθίσταται ἡ παρουσία τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων περιττή καί κατά συνέπεια μη ὑποχρεωτική;).

Ὅλα αὐτά μποροῦν νά κατανοηθοῦν μόνο στό πλαίσιο τῆς Οἰκονομίας πού μόνο ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ἀσκεῖ[128].

·       Τό πλέον βέβαια ἐντυπωσιακό παράδειγμα πού καταδεικνύει ὅτι ἡ Χάρις ὑπερβαίνει τό νόμο εἶναι ἡ ἐξαιρετική περίπτωση πού ἀναφέρεται στήν Ἀπολογία τοῦ Ἱεροσολυμίτου Μοναχοῦ Λεοντίου πού τίθεται ὡς παράρτημα τῶν Πρακτικῶν τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[129]. Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνός μίμου, ὀρθοδόξου τό φρόνημα, πού στήν ἔρημο συνάντησε Σαρακηνούς Ἰακωβίτες αἱρετικούς πού εἶχαν μαζί τους αἰχμαλώτους καί πού τόν ὑποχρέωσαν αἰσθανόμενοι ἄμεση τήν ἀνάγκη νά μετάσχουν τῶν δώρων τῆς Θ. Εὐχαριστίας νά τελέσει τή Θ. Λειτουργία, θεωρήσαντες ὅτι ἔχει τήν ἐξουσία πρός τοῦτο. Ὁ Μίμος ὑποχωρώντας στήν ἀξίωση τῶν Σαρακηνῶν ἀνέβλεψε πρός τόν οὐρανό, ἐσφράγισε τά τίμια δῶρα καί δοξάσας τήν Ἁγία Τριάδα προσέφερε σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ στους Σαρακηνούς. Μετά τήν κατάλυση τῶν Τιμίων Δώρων, κατά παρόμοιο τρόπο μέ τή θυσία πού προσέφερε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κατέστρεψε τό βωμό ἐπί τοῦ ὁποίου εἶχε τελεσθεῖ ἡ θυσία ὁλοσχερῶς. Στό αἴτημα τῶν Σαρακηνῶν πρός το Μίμο, τί θα μποροῦσαν νά πράξουν γι’ αὐτόν , γιά νά τοῦ ἀνταποδώσουν τό καλό πού τους ἔκανε, ἐκεῖνος ζήτησε τήν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων.

Ἀνάμεσα στά ἐρωτήματα πού μπορεῖ νά θέσει κανείς διαβάζοντας τήν παραπάνω ἱστορία τό βασικό ἐρώτημα εἶναι ἕνα: Πῶς ἦταν δυνατόν ἕνας λαϊκός, δηλ. ἕνας ἀχειροτόνητος κληρικός, νά τελέσει τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας;

Ὅλα τά παραπάνω ἐρωτήματα θα ἔπρεπε νά μπορεῖ νά τά ἀπαντήσει τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Εὐτύχως πού δέν τό μπορεῖ Εὐτυχῶς πού ἡ (ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία ὑπέρκειται τῶν κανονικῶν διατάξεων, ὥστε, ὅταν ὑπάρχει ἀνάγκη, νά ἐπιλέγεται ἡ λυσιτελέστερη λύση.

Πῶς μπορεῖ νά ἐξηγήσει κανείς διαφορετικά και τή δοθεῖσα ἀπάντηση κατά τόν 5, αἰώνα σχετικά με την αναγνώριση τῆς χειροτονίας Ἀρμενίων; Ἐπισημαίνεται[130] χαρακτηριστικά: «τοῦ αἱρετικοῦ ἐπί τήν Ὀρθοδοξίαν ἐρχομένου τό σφάλμα διορθοῦται τῆς μέν κακοδοξίας τῇ μεταθέσει τοῦ φρονήματος, τοῦ δέ βαπτίσματος τῇ χειροθεσίᾳ». Τήν ἀναγκαιότητα τῆς χειροθεσίας στήν περίπτωση τῶν εἰκονομάχων αἱρετικῶν κατήργησε ὁ Ἅγιος Ταράσιος στή 7. Οἰκουμενική Σύνοδο. Εἶναι δυνατόν νά ζητῆται κάτι περισσότερο ἀπό (πρώην) σχισματικός;

Ἀναφερόμενος στους Ἀρμενίους ὁ Τιμόθεος ὁ Πρεσβύτερος (6. αἰών) ἐπισημαίνει[131] τήν ἑξῆς γενική ἀρχή: «Ἡμεῖς δέ ταῦτα πάντα διασκεψάμενοι, ὀφείλομεν τῷ ἔθει κατακολουθεῖν τῷ νῦν κρατοῦντι ἐν ταῖς μητροπόλεσι καί τοῖς Πατριαρχείοις». Ὁ μέγας κανονολόγος στόν καιρό του (13 αἰ.) ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος καί πάσης Βουλγαρίας Δημήτριος[132] ἀπαγορεύει τήν ἀναχειροτόνηση τῶν αἱρετικῶν, ὅταν αὐτοί προσέρχονται στήν ὀρθοδοξία: «Καί γάρ αἱρετικῶν χειροτονίας τοῖς ὀρθοδόξοις δεκταί εἰσίν κατά τήν τῶν Πατέρων παρόδοσιν, ὀρθοδόξων ἤ ὄντων ἤ γινομένων τῶν ὑπ’ αὐτῶν χειροτονουμένων». Γιατί θά πρέπει νά ζητῆται κάτι περισσότερο ἀπό σχισματικούς;

 

VII. Συμπερασματικές θεωρήσεις

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὴν περίπτωση τῆς Οὐκρανίας προσέβλεψε καὶ προσβλέπει στὴν ἑνότητα. Μιά στάση ἀδιαφορίας ἤ οὐδετερότητας ἀπέναντι στό πρόβλημα, διαιωνίζει τό πρόβλημα καί δέν τό ἐπιλύει. Μπροστὰ στὸ γελοῖο καὶ ἀξιοθρήνητο φαινόμενο νὰ ὑπάρξουν 3 διαφορετικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, φαινόμενο τὸ ὁποῖο εἰρωνεύονται σκωπτικὰ οἱ ἑτερόδοξοι Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Προτεστάντες, ἀπεφάσισε τὴ δημιουργία μιᾶς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας στὴν Οὐκρανία, στὴν ὁποία ὅμως οἱ ἀρχιερεῖς τῆς ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας αὐτόνομης Ἐκκλησίας στὴν Οὐκρανία χειραγωγούμενοι ἀπό αὐτό ἀρνοῦνται νὰ συμμετάσχουν. Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας οὐδέποτε προσπάθησε νά ἐξηγήσει γιατί τόσο πολύ ἐπιμένει νά θέλει νά χειραγωγεῖ μιά Ἐκκλησία σέ ἕνα ἀνεξάρτητο πλέον κράτος. Ἡ πρόταση γιά μιά σύναξη Προκαθημένων εἶναι ἐπί τοῦ παρόντος τουλάχιστον καταδικασμένη γιά προφανεῖς λόγους σέ ἀποτυχία. Δέν ὑπάρχει δυνατότητα σύγκλισης χωρίς διάθεση ἀναγνώρισης καί ἀποδοχῆς σημαντικῶν κανονικῶν παραμέτρων καί χωρίς ἀπεξάρτηση ἀπό οἰκονομικές, πολιτικές, ἀκόμα καί γεωστρατηγικές ἀγκυλώσεις.

Ἐκτός αὐτοῦ ἐκτοξεύονται χωρίς συστολή ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ποικίλες ἀπαράδεκτες ἀπειλές καί ἐκβιασμοί πρός τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ὥστε νά μήν ἀναγνωρίσουν τή νέα Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία πού ἐνισχύουν ἔτι περαιτέρω τήν ἔνταση. Δὲν μπορεῖ νὰ θεωρήσει κανεὶς εὔκολα, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἀγνοεῖ τὴν κανονική διάσταση τοῦ προβλήματος, παρόλες τὶς σχετικὲς ἑνίοτε ἐπιφυλάξεις γιά τὴ θεολογικὴ ἀνεπάρκεια τῶν κειμένων ποὺ ἐκδίδει. Ἡ κύρια αἰτία ὀφείλεται στὸ γεγονός, ὅτι τὸ ἐκκλησιαστικὸ πρόβλημα τῆς Οὐκρανίας εἶναι ταυτόχρονα καὶ πολιτικό. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία ἔχει καταλήξει τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ ἀποτελεῖ τὸ βραχίονα τῆς ἐξωτερικῆς καὶ ἱμπεριαλιστικῆς καὶ ἐπεκτατικῆς πολιτικῆς τοῦ Κρεμλίνου, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας Ἐκκλησία στὴν Οὐκρανία ἀποτελεῖ ἕνα κύριο ἄξονα ἐπιρροῆς στὶς πολιτικές του σκοπιμότητες. Γιά τό λόγο αὐτό δέν ἐπιθυμεῖ μιά αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία στήν Οὐκρανία. Τέτοιες ὅμως συζεύξεις, ὅποτε ἔλαβαν χώρα, εἶχαν ὀδυνηρές συνέπειες γιά τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀποσύνδεση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀπὸ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ ρωσσικοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος σέ συνδυασμό μέ τήν ἀλαζονεία πού τό διακατέχει θὰ ἦταν ἕνα σοβαρὸ βῆμα γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος καὶ τὴν εἰρήνη. Ἐὰν αὐτὸ ἀργήσει πολὺ θὰ ἀργήσει καὶ ἡ ὑπέρβαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσης.

Σέ κάθε περίπτωση ἡ πορεία πρός τήν ἑνότητα, ἀκόμα καί ὅταν παραθεωροῦνται θεμελειώδεις ἐκκλησιολογικές καί κανονικές παράμετροι, ὑπαγορεύεται ἀπό τόν κοινό νοῦ. Τό κέλευσμα τοῦ κοινοῦ νοός εἶναι προφανές: Τό μέλλον ἀνήκει σέ μία μοναδική καί κανονική αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία στήν Οὐκρανία. 

 



[1] Πατριαρχικòς καί Συνοδικòς Τòμος χορηγήσεως Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησιαστικοῦ Καθεστῶτος εἰς τǹν Οὐκρανίᾳ Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. https://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&TLA=gr

[2] Oἱ πολλαπλές ἐκκλήσεις τῶν Οὐκρανῶν καταδεικνύονται καί ὁμολογοῦνται καί ἀπό ἕνα πρόσφατο κείμενο τῆς Συνοδικῆς Βιβλικῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας (9.10.2019) μέ τίτλο: «Περί ἀκύρου τῶν χειροτονιῶν τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν καί μη κανονικότητας τῆς ΟΕΟ». Ἐπισημαίνεται στό κείμενο: «Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2018 τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἀνακοίνωσε ἀπρόσμενα τήν ἐξέταση τῆς γιά πολλοστή φορά ἐφέσεως τοῦ μοναχοῦ Φιλαρέτου, τόν ὁποῖο καί ἀποκατέστησε..».

[5] Ἐνδιαφέρουσα σχετικά γιά τό θέμα μας εἶναι στό ἔργο τοῦ J. Darrouzès, Notitiae Episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, Paris 1981, οἱ Notitiae 10,11,12,13,15,16,17,18,19, 20. Oἱ Not. 13 καί 17 παρέχουν μάλιστα καί κατάλογο ἐπισκοπῶν ὑπαγομένων στη Μητρόπολη Κιέβου.

[6] https: // www. ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=2567& tla=gr

[7] Βλ. K. Vetochikov, “La concession de la mètropole de Kiev au patriarche de Moscu en 1686: Analyse canonique”, Proceeding of the 23rd International Congress of Byzantine Studies, 22-27 August 2016, 784: “Apparement aucοn rattachement ou changement de jurisdiction de la metropole (chose interdite par les canons) n’ a ètè accordèe au patriache de Moskou, mais seulement l’ autorisation de proceder a’ l’ordination de mètropolite… Aucun des termes de cette concession n’ a ètè respectèe par l’ Eglise Russe: L’ èlection du mètropolite est passèe entre les mains du synode de Russie, la commemoration du patriarche oecumenique a cessè, et les privilèges du mètropolite ont ètè supprimès, et de mème la mètropole a cessè d’ exister comme unitè ecclesiastique”.

[8] Δοσίθεος, Πατριάρχης Ἰεροσολύμων, Ἱστορία περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων, Βιβλία ΙΑ΄-ΙΒ΄, Θεσσαλονίκη 1983, 240-241.

[9] Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος περί ἀναγνωρίσεως τοῦ Αυτοκεφάλου τῆς ἐν Πολωνίᾳ Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, βλ. Πρ. Ἀκανθόπουλος, Οἱ θεσμοί τῆς «αὐτονομίας» καί τοῦ «αὐτοκεφάλου» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σύμφωνα μέ τό θετικό δίκαιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατά τή διάρκεια τοῦ 19ου καί 20ου αἰώνα, Θεσσαλονίκη 1988, 297-298: «… ἡ ἀπό τοῦ καθ’ ἡμᾶς θρόνου ἀρχική ἀπόσπασις τῆς μητροπόλεως Κιέβου … καί ἡ προσάρτησις αὐτῶν  τῇ Ἁγία Ἐκκλησίᾳ Μόσχας οὐδαμῶς συνετελέσθη συμφώνως ταῖς νενομισμέναις κανονικαῖς διατάξεσι, οὐδ’ ἐτηρήθησαν τά συνομολογηθέντα…».

[10] Ράλλης – Ποτλῆς, Σύνταγμα θείων καί ἱερῶν Κανόνων, Γ’, 574 καί Ρ.Π. Β’, 258-259.

[11] Γιά τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς, Βλ. Ὀρθοδοξία 25 (1950) 233-234, ὅπου ἐπισημαίνεται: «Ἡμεῖς μόνον… ἠρκέσθημεν, ἵνα μόνον βεβαιώσωμεν τήν παρ’ Ἡμῶν λῆψιν τῆς ἐπιστολῆς, οὐχί δέ καί ἀναγνωρίσεως τά παρά τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος καί τῆς περί Αὐτήν ἱερᾶς Συνόδου, ὡς συμφώνως πρός τήν κανονικήν ζωήν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας γενόμενα».

[12] Γιά τό κείμενο τῆς Ἐπιστολῆς, βλ. Ὀρθοδοξία 25 (1950) 234 ἑξ.

[13] βλ. Ἐπίσκεψις 435 (15.03.1990). Πατριαρχικòς και Συνοδικòς Τόμος ἀναγνωρίσεως καί κυρώσεως τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας  τῆς Γεωργίας τῆς Πατριαρχικῆς ἀξίας. Βλ. ἐπίσης, Βλ. Φειδᾶς, Τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, Ἀθῆναι 1980.

[14] Ρ.-Π. Β’, 128. (Κανών στ’ τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου): «Τά ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω, τά ἐν Αἰγύπτῳ  καί Λιβύῃ καί Πενταπόλει, ὥστε τόν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τήν ἐξουσίαν· ἐπειδή καί τῷ ἐν Ρώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθές ἐστιν…»

[15] Ρ.-Π. Β’, 281: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες … καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ρώμῃ…».

[16] Ρ.-Π. Β’, 203: «… καί μάλιστα εἰ μηδέ ἔθος ἀρχαῖον παρηκολούθησεν, ὥστε τόν ἐπίσκοπον τῆς Ἀντιοχέων πόλεως τάς ἐν Κύπρῳ ποιεῖσθαι χειροτονίας…».

[17] V. Grumel, Les Regestes des Actes du Partiarchat de Constantinople, Vol. I, Fasc. I, Paris 1972, N. 10.

[18] V. Grumel, Les Regestes …, N.16, 17α, 20, 22, 23.

[19] V. Grumel, Les Regestes …, Ν. 33: “Act synodal ètablissant en Constantinople la fête de la Nativitè de Notre- Seigneur au 25 decèmbre et lettres dans le but de gènèraliser cette fête en Orient à Theophile d’ Alexandrie, à Jean de Jerusalem, à Flavien d’ Antioche, à Isaac d’ Armènie».

[20] V. Grumel, Les Regestes …, Ν. 86b, 88, 90.

[21] Βλ. E. Schwartz, Acta Conciliorum Oecumenicorum, Concilium Universale Chalcendonese, Berolini et Lipsiae 1927 (φωτοτυπική ἀνατύπωση 1965) 2, 1, 3, σελ. 107.

[22] Ρ.-Π. Β’, 237 καί 258-259.

[23] Βλ. ἐκτενέστερα τήν ἑρμηνεία τῶν κανόνων αὐτῶν, Κυρίλλου (ἐπισκόπου Ἀβύδου), Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως στό Πηδάλιο καί τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης, Κωνσταντινούπολις 2019, ἰδιαίτερα σελ. 124-141.

[24] Βλ. Βασ. ΙΧ, 1,7 /Βασ. ΙΧ 1,53/ Βασ. 9.2.27/Βας. ΙΧ, 1, 159. Synopsis Basilicorum, E, IX:  «Περί Ἐκκλήτου καί τινές δύνανται ἐκκαλεῖται». (Ι.-Π. Ζέπος, Jus Graecoromanum E’, Aalen 1962, 257).  Bλ. Καί σχόλιο τοῦ Βαλσαμῶνος στόν 3ο Κανόνα τῆς Σαρδικῆς: «… οἱ γάρ νόμοιδιορίζονται πᾶσαν ἔκκλητον δέχεσθαι, οὐ μόνον ἅπαξ ἀλλὰ καὶ δίς». (Ρ.Π. Γ’, 236-237).

[25] F. Miklosich –Muller, Acta et Diplomata Graeca Medii Aevi I, vol. 2, Vienne 1860, 40.

[26] Ρ.-Π. Β’, 281: «… Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα… »

[27] Ρ.-Π. Γ’, 233-234, 238, 239-240.

[28] Ρ.Π. Β΄, 240 (σχόλιο στόν 9 Κανόνα τῆς Χαλκηδόνας)

[29] Ρ.Π. Γ΄, 149 (σχόλιο στόν 12 Κανόνα τῆς Συνόδου στήν Ἀντιόχεια), 237 (σχόλιο στόν 3 Κανόνα τῆς Σαρδικῆς).

[30] Ρ.Π. Β΄, 260 (σχόλιο στόν 17 κανόνα τῆς Χαλκηδόνας)

[31] Ρ.Π. Β΄, 282 (σχόλιο στόν 28 κανόνα τῆς Χαλκηδόνας)

[32] Ρ.Π. ΣΤ΄, 428-429.

[33] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, Κωνσταντινούπολις 1902,549.

[34] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, 7-9.

[35] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, 159-164.

[36] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, 410-422, 480.

[37] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, 566-574.

[38] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, 190.

[39] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Β΄, 48.

[40] Χρ. Παπαδόπουλος, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, Θεσσαλονίκη 2010 (Ἀνατ. ἔκδ.1970), 837 ἑξ.

[41] Α. Κartaschoff, Τό τῆς ἐκκλήτου δικαίωμα τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν ἐν τῇ πράξει, Ὀρθοδοξία (1948) 297.

[42] Βλ. Ἐπιστολή τοῦ Μακ. Πατριάρχου Σόφιας, Ὀρθοδοξία (1998) 621.

[43] Ἐπιστολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου περί τῆς διαγραφῆς τοῦ Πατριάρχου Εἰρηναίου ἀπό τὰ Δίπτυχα, Ἐκκλησία 82 (2005) 526-527. Ἀπόστολος Βαρνάβας 66 (2005) 291. Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικὰ Ἔγγραφα, Γ΄, 102-103.  Ι. Καρμίρης, Τά Δογματικὰ καί Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμ. ΙΙ, Ἐν Ἀθήναις 1953, 905-925.

[44] Κ. Δελικάνης, Πατριαρχικά Ἔγγραφα, Γ΄, 102-103. 

[45] Ι. Καρμίρης, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμ. ΙΙ, Ἐν Ἀθήναις 1953, 916.

[46] Ἐπιστ. 75 τοῦ Φιρμιλιανοῦ πρός τόν Κυπριανό καί ἐπιστ. 70 τοῦ Κυπριανοῦ πρός ἀφρικανούς Ἐπισκόπους. Βλ. Saint Cyprien, Correspondance, Μετ. Le Chanoine Bayard, Paris 1925, 303 καὶ 253: «…pro certo tenentes naminem baptizari foris extra ecclesiam posse, cum sit baprisma unum in sancta ecclesia…».

[47] Ρ.Π. Δ΄, 90.

[48] Ρ.Π. Δ΄, 91.

[49] Ρ.Π. Γ΄, 479.

[50] Ρ.Π. Β΄, 529-531.

[51]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία Ι, 9 (PG 67, 80-81). Θεοδωρήτου, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, Ι, 8 (PG 82, 929ΑΒ) και Γελασίου, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, ΙΙ, 33 (PG 85, 1340Α). Βλ. καί Σπ. Μήλια, Συνάθροισις Ἱερῶν Κανόνων, Τόμ. Α΄, 1761, 1901.

[52] Συνοδική Ἐπιστολή (τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου): «Τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ χάριτι Θεοῦ Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίᾳ, καὶ τοῖς κατ̓ Αἴγυπτον, καὶ Λιβύην καὶ Πεντάπολιν ἀγαπητοῖς ἀδελφοῖς, οἱ ἐν Νικαίᾳ συναχθέντες, καί τήν μεγάλην καί ἁγίαν σύνοδον συγκροτηθέντες ἐπίσκοποι, ἐν Κυρίῳ χαίρειν». PG 82, 928B-932B.

[53] Στήν ἔκδοση τῆς ἐπιστολῆς ὑπό τοῦ J.-P. Migne (PG 82, 929-930, ὑπ. 40, παρατηρεῖται, ὅτι ἡ ρήτρα αὐτή δέν ἀναγράφεται σέ ὅλους τους Κώδικες: «Abesse haec: μυστ. χειρ. βεβ.  a quibusdam codibus, ait Casaubonus»).

[54]Αὐτò ἀποδέχεται καί ὁ Πρόεδρος τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Ἅγιος Ταράσιος, ἑρμηνεύοντας τòν nicorum, Series Secunda, Vol. Tertium, Rars Prima, Berolini 2008, 70 (ed. Er. Lamberz): «… Καί πῶς νοεῖτε τòν χειροθετούμενον; … Μήπως ἐπ’ εὐλογίας ἐνταῦθα τǹν χειροθεσίαν λέγει καί οὐχὶ ἐπί χειροτονίας». Βλ. καί Β. Γιαννόπουλος, Ἡ ἀποδοχή τῶν Αἱρετικῶν κατά τήν Ζ΄Οἰκουμενικήν Σύνοδον, Θεολογία 59 (1988) 538, ὑποσ. 10: «Πρέπει νά ἀποκλεισθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἀναχειροτονίας τῶν Καθαρῶν καί τῶν Μελιτιανῶν».

[55] Θεοδωρήτου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, PG 82, 1248 C.

[56] Mansi 7,449. Γιά εἰδικές ἐξαιρετικές, ὑπαρκτὲς ὅμως περιπτώσεις ἐπισκοπικές χειροτονίες ὑπό ἑνός μόνο ἐπίσκοπου, βλ. και Μητρ. Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος, Ἡ ὑπό πλειόνων τοῦ ἑνός Ἐπισκόπων χειροτονία ἐπισκόπου, Ὀρθοδοξία 43 (1929) 291-297.

[57] Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τόν βίον τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, PG 46, 909 Β΄: «..ὁ Φαίδιμος, οὐδέν προσχών τῷ μεταξύ διαστήματι, ᾧπερ ἀπό τοῦ Γρηγορίου διείργετο (τριῶν ἡμερῶν ὁδόν ἐκείνον ἀπέχοντος), ἀλλά πρός τόν Θεόν ἀναβλέβας … ἀντί χειρός ἐπάγει τῷ Γρηγορίῳ τόν λόγον ἀφιερώσας τόν σωματικῶς οὐ παρόντα καί ἀποκληρώσας αὐτῆς τήν πόλιν εκείνην».

[58] Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, Θεσσαλονίκη 1991, 551-552: «Τήν τῶν Ἑλλήνων δέ ἅπασαν παιδείαν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ μαθών πρότερον καί μαθητής ὕστερον τοῦ Ὠριγένους γενόμενος, οὕτω μετά ταῦτα ὑπό Φαιδίμου τοῦ τῆς Ἀμασείας ἐπισκόπου, μακράν μέν ἀπέχοντος τῷ τόπῳ, πλησίον δέ ὄντος τῷ ἀπεριγράπτῳ τῆς χάριτος, ἐκ θείας ἐμπνεύσεως, χειροτονεῖται τῆς κατά Πόντον (ἤτοι τήν Μαύρην θάλασσαν) Νεοκαισαρείας Ἐπίσκοπος.

[59] Βίος καί Πολιτεία τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν Δανιήλ τοῦ Στυλίτου (ὑπό Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ). PG 116, 1001 Α: «… ὁ ἐπίσκοπος … τί ποιεῖ; Κάτωθεν μέν ἐπιτρέπει τῷ ἀρχιδιακόνῳ τάς συνήθεις εὐχάς ὑπαγορεῦσαι· αὐτός δέ προσευξάμενος χειροτονεῖ τόν μέγαν καί μή παρόντα πρεσβύτερον…».

[60] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία ΙΙ, 44  και V, 5c 493, 230-232. Σωζομένου, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, ΙV, 28 και ΙΧ, 28. Ἀμφιλοχίου, Λόγος εἰς Μ. Βασίλειον. Σπ. Μήλια, Συνάθροισις, Β’, 737-740. Βλ. ὑποσ. 74.

[61] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία ΙΙ, V, 8. Σωζομένου, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, ΙV, 25, VΙΙΙ, 7. Θεοδωρήτου, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, 9 (Συνοδικόν παρά τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου) PG 82, 1217: «Τῆς δέ γάρ μητρός ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τόν αἰδεσιμώτατον καί θεοφιλέστατον Κύριλλον ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν, κανονικῶς τε παρά τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι καί πλεῖστα πρός τούς Ἀρειανούς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα».

[62] Σπ. Μήλια, Συνάθροισις, Β΄, 739. Συμμετεῖχε ἐξ ἀλλου στήν καταδικάσασα τήν στ’ Οἰκουμενική Ψευδοσύνοδο τοῦ ἔτους 712. Θεοφάνους Χρονογραφία, PG 108, 773c: «Εὔρεν οὖν ὁμόφρονα (ὁ Φιλιππικός)… Γερμανόν τε τόν μετά ταῦτα Κωνσταντινουπόλεως θρόνον κατασχόντα ἐπίσκοπον, τόν τηνικαῦτα ὑπάρχοντα Κυζίκου …».

[63] Σπ. Μήλια, Συνάθροισις, Β΄, 740. Βλ. ὑπ. 78.

[64] Ι. Κοτσώνης, Ἡ κανονική ἄποψις περί τῆς ἐπικοινωνίας μετά τῶν Ἑτεροδόξων, Ἐν Ἀθήναις 1957, 176.

[65] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1935, 433.

[66] Σπ. Μήλια, Συνάθροισις, Β΄, 740

[67] Concilium Universale Nicaenum Secundum, Ed. Er. Lamberz, ACO, Series Secunda, 4,1, 224. (Walter de Gruyter, Berolini, MMVIII).

[68] ACO 4,1, 230.

[69] ACO 4,1, 232: «Πέτρος Θεοφιλέστατος καί τόπον ἐπέχων Ἀδριανοῦ τοῦ μακαριωτάτου πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης καί Ἰωάννης καί Θωμᾶς οἱ θεοφιλέστατοι πρεσβύτεροι καί τοποτηρηταί τῆς  Ἀνατολῆς εἶπον Ἀπολαυέτωσαν τους θρόνους αὐτῶν. Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε· Τό αὐτό λέγομεν καί συντιθέμεθα πάντες. Καί ἀνῆλθον εἰς τάς ἁρμοζούσας αὐτοῖς καθέδρας…».  ACO 4,1, 60: «Δοκεῖ ὑμῖν τούς θρόνους αὐτῶν ἀπολαβεῖν… Καί ἐκελεύσθησαν … καθίσαι εἰς τους βαθμούς καί καθέδρας αὐτῶν».

[70] ACO 4,1, 70: «Καί πῶς νοεῖτε τό χειροθετούμενον; …Ταράσιος ὁ ἁγιώτατος πατριάρχης εἶπε: «Μήπως ἐπ’ εὐλογίας ἐνταῦθα τήν χειροθεσίαν λέγει καί οὐχί ἐπί χειροτονίας». Εἶναι γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ προσελθόντες στήν κανονική Ἐκκλησία πρώην εἰκονομάχοι ἐπίσκοποι δέν ἐχειροθετήθησαν. Περί Καθαρῶν, βλ. Ρ.Π. Β΄, 133.

[71] ACO 4,1, 76: «… ἀπελαθείς τῆς ἐπισκοπῆς διά τό ἐν Μελιτηνῇ προκαθηρῆσθαι … ἐπιστολήν ἐκόμισε ἀποκαθιστῶσαν αὐτόν, ἥν ἐπιδείξας τῇ κατά Τύανα συνόδῳ ἀπεκατεστάθῃ τῷ τόπῳ». Ἐπιστολή 263 Μ. Βασιλείου πρός τούς Δυτικούς, ΕΠΕ, Μ. Βασιλείου Ἔργα 2, Θεσσαλονίκη 1972, 46-48. PG 32, Τ80Β, ὅπου ὅμως ἐν συνεχείᾳ δηλοῦται, ὅτι «πρωτοστάτης ἐστί τῆς τῶν πνευματομάχων αἱρέσεως».

[72] Conc. Ephes, ACO 1,1, 7, 117 (2-3 καί 10-18). ACO 4,1, 78: «…μένειν τούς κληρικούς ἐν τῷ κλήρῳ, τούς δέ λαϊκούς ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἐκκλησίας».

[73] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας πρός διάκονον Μάξιμον ὑπομνηστικόν. PG 77, 320C -321A. ACO 4,1,79-80 (80).

[74] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Πρός Γεννάδιον πρεσβύτερον καί ἀρχιμανδρίτην. PG 77, 220 ABC. ACO 4,1,80.

[75] ACO 4,1,82: «Ταράσιος ὁ ἁγιώτατος πατριάρχης εἶπεν· Οὐ περί παντός αἱρετικοῦ ἐπιστρέφοντος ἀποφαίνεται ὁ Πατήρ μή δεχθῆναι, ἀλλά περί τῶν πρωτάρχων τῆς αἱρέσεως καί ἐμπαθῶς ἐγκειμένων…».

[76]ACO 4,1,84: «… ἀλλ’ ἐν ταύτῃ τῇ αἱρέσει ἡμῶν γεννηθέντες ἀνετράφημεν καί ηὐξήθημεν».

[77] ACO 4,1,86.

[78] Conc. Const., ACO II,I, I, 94. ACO 4,1, 86-87.

[79] Ρουφίνου Ἐκκλησιαστική Ἰστορία 10, 29-30. Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία ΙΙΙ, 7, 1. ACO 4,1, 88-89.

[80] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία ΙΙ, 18, 7 και ΙΙ, 20, 10-13. SC 493, 70,86: «Ἀποδιδόασιν οὖν τόν τόπον τοῖς περί Παῦλον καί Ἀθανάσιον, ἔτι μήν καί Μαρκέλλῳ τῷ Ἀγκύρας τῇ πρός τῇ μικρᾶ Γαλατίᾳ, ὅς πάλαι μέν καθῄρητο… τότε δέ ἐν τῇ Σαρδικῇ τήν καταδίκην ἀναπαλαῖσαι ἐσπούδασεν, διδάξας ὡς οὐκ ἐνοήθη ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐν τῷ βιβλίῳ ‹τεθεῖσα› φράσις, καί διά τοῦτο ὑπόνοιαν τοῦ Σαμοσατέως λαβεῖν».

[81] ACO 4,1, 90: «…ἔτι γε μην καί Μαρκέλλῳ τῷ Ἀγκύρας ἀπολογουμένῳ καί λέγοντι, ὡς οὐκ ἐνοήθησαν, ἅπερ ἐν βίβλος ἐξέθετο, ἐπεί ὅτι αὐτός τούς λέγοντας ψιλόν ἄνθρωπον τόν κύριον ἀποστρέφεται».

[82]Conc. Const., III, ACO II, II, 2, 864 καί 896.  ACO 4,1, 92: « τοῦτο δέ ἐποίει πεῖσαι αὐτόν καί δέξασθαι».

[83] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία ΙΙ, 43 και V, 5. Σωζομενοῦ, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, IV, 28 καί  ΙΧ, 28. ACO 4,1, 92: «Ὥς φασιν οἱ ἱστορικοί, ὁ ἅγιος Μελέτιος ὑπό τῶν Ἀρειανῶν ἐχειροτονήθη καί ἀνῆλθεν ἐπί τοῦ ἄμβωνος καί ἐκήρυξεν τό ὁμοούσιον, ἡ δέ χειροτονία οὐκ ἀπεδοκιμάσθη».

[84] Kyrillos von Skythopolis, Vita Sabae, Leipzig 1939, 199. ACO 4,1, 94-96.

[85] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία ΙΙ, 27,7 καί 38, 2 SC 493, 188-190:  «Ἀκάκιος μέν γάρ καί Πατρόφιλος Μάξιμον τòν Ἰεροσολύμων Κύριλλον ἀντικατέστησαν». ACO 4,1, 98.

[86] Θεοδώρου Ἀναγνώστου Ἐκκλησιαστική Ἰστορία. PG 86, 218C-220A. ACO 4,1, 98.

[87] Kyrillos von Skythopolis, Vita Sabae, Leipzig 1939, 148-152.  Cyrille de Skythopolis, Vie de Saint Sabas, trad. A.-I. Festugiere, Paris 1962, 76-81. ACO 4,1, 100-106.

[88] ACO 4,1,106: «Ἀλλά μήν καί οἱ πλείους τῶν ἐν τῇ ἕκτῃ ἁγία συνόδῳ συνεδρευσάντων ὑπό Σεργίου, Πύρρου, Παύλου, Πέτρου ἐκεχειροτόνηντο τῶν καθηγητῶν τῆς αἱρέσεως τῶν μονοθελητῶνκαί ἕνεκεν τούτου οὐκ ἀπεδοκιμάσθησαν».

[89] Ἐπιστολή 225 Μ. Βασιλείου πρός Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, ΕΠΕ, 3, 226. ACO 4,1, 108.

[90] Ὁ Μ. Βασίλειος στήν ἐπιστολή του (130) πρός τον Ἐπίσκοπο Θεόδοτο μέμφεται τον Ευστάθιο Σεβαστείας, ὁ ὁποῖος ἀναχειροτονούσε κληρικούς, κάτι πού μέχρι τότε οὐδείς τῶν αἱρετικῶν ἔπραττε. PG 32, 564BC, «…ὅς γε, ὡς ἀκούω (εἴγε ἀληθής ὁ λόγος καί μή πλᾶσμα ἐστίν ἐπί διαβολῇ συντεθὲν), ὅτι καί ἀναχειροτονῆσαι τινας ἐτόλμησεν, ὅ μέχρι σήμερον οὐδείς τῶν αἱρετικῶν ποιήσας φαίνεται».

[91] ACO 4,1, 110: «… οἱ μετ’ ἐκεῖνον τῆς ἐκκλησίας διάδοχοι τούς ὑπό αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, εἶτα βελτιωθέντας ἐδέξαντο…».

[92] ACO 4,1, 110.

[93] ACO 4,1, 228.

[94] ACO 4,1, 228-230.

[95] ACO 4,1, 230.

[96] ACO 4,1, 110.

[97] ACO 4,1, 70.

[98] Φωτίου Πατριάρχου, Ἐρωτήματα Δέκα, PG 104, 1224 AD (Ἐρώτησις Δ΄).

[99] PG 104, 1229-1231 Α.

[100] Ρ.Π. Β΄, 87.

[101] Βλ. Ἰω. Ταρνανίδης, Θεωρία καί Πράξη στήν ἰστορική ἐξέλιξη τοῦ Αὐτοκεφάλου τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν, Θεσσαλονίκη 2006, 166-172.

[102] Αὐτό ἦταν ἐξ ἄλλου τό σαφές αἴτημα τοῦ ἐξάρχου Στεφάνου πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν ἄρση τοῦ Σχίσματος (21.1.1945). Βλ. Ἰω. Ταρνανίδης, Θεωρία καί Πράξη, 226: «Ἀρθῇ ἡ ἀπαγγελθεῖσα ἕνεκα τῶν γνωστῶν λόγων κατάκρισις τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, καθ’ἥν τινές μέν τῶν Ἀρχιερέων αὐτῆς ἐστερήθησαν τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν, ὁ δέ λοιπός Βουλγαρικός κλῆρος καί λαός ἐκηρύχθησαν ἀλλότριοι τῆς Μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».

[103] Ἰω. Κατσώνης, Ἡ κανόνική ἄποψις, 177. Παρόμοια τακτική ἀκολούθησε τό Πατριαρχεῖο Μόσχας μέ τούς Ἑλληνο-Καθολικούς τῆς Οὐκρανίας κατά τά μέσα τοῦ κ΄αἰώνα. Βλ. S. Senyk, L’ ѐglise Orthodoxe d’ Ukraine au xxe siècle, στό: L’ ѐglise οrthodoxe en Europe orientale au xxe siècle (sous la direction de Chr. Chaillot), Paris 2009, 312-313. Γιά τήν προφανῆ ἀνάμειξη τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος ἐπισημαίνεται: «L’ exѐcution de cette dѐcision fut supervisѐe par Ν.S. Khrouchter, à cette ѐroque premier secrѐtaire du comite central du parti communiste en Ukraine”.

[104] https://mospat.ru/en/documents/act-of-canonical-communion/

[105] https:// www.patriarchia.ru/db/text/245332.html.

[106] Σέ αὐτούς ἀνήκει ἀτυχῶς Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων καί Πᾶσης Ἀλβανίας Ἀναστάσιος, ὁποῖος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο (21.3.2019). Παρατηρεῖ (Βλ. Β. Hallensleben, Orthodoxe Kirche in der Ukraine -  Wohin? Dokumente zur Debatte um die Autokephalie, Münster 2019,77): “Die Korrektur des Meletianichen Schismas und die Aufnahme der von Meletios unrechtmäBig Geweihtein gemäβ Őkonomie erfolgte also in folgenden Phasen: a)Unikehr, b) Handauflegung durch einen kanonischen Bischof – die minimale Bedingung für das Siegel der apostolischen sukzession, c) Gebet und d) schlieβlich die Erlangung des Friedens. Dies ist ein Prinziβ das auf alle Fälle der Wiedereingliederung von Schismatikern in die orthodoxe Kirche angewendet wird, und das legt einen interessanten. Ausweg für das bestehende Problem fest” . Πῶς ὅμως μπορεῖ νά ἰσχύουν αὐτά ὡς γενικός ἀπαρέγκλιτος κανόνας, ὅταν στήν ἐκκλησιαστική πράξη ἀπό τοῦ Μ. Ἀθανασίου καί ἑξῆς καί μάλιστα στήν 7. Οἰκουμενική Σύνοδο δέν ἀπαιτεῖται ἡ χειροθεσία σέ πλειάδα σχισματικῶν καί δή καί τῶν αἱρετικῶν γιά τήν ἔνταξη στήν κανονική Ἐκκλησία;

[107] Αὐτοαναιρούμενος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος δέ θέτει τίς προϋποθέσεις τῶν ἀποδοχῆς τῶν σχισματικῶν (πού ἀνέπτυξε στήν περίπτωση τοῦ Μελετιανοῦ σχίσματος) γιά τήν ἀποδοχή τῶν Ρώσσων τῆς Διασπορᾶς ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Στήν τελευταία αὐτή περίπτωση δέν ὑπῆρξε μετάνοια ἐκ μέρους τῶν πρώην σχισματικῶν, οὔτε χειροθεσία, οὔτε σφράγισμα τῶν σχισματικῶν ἐπισκόπων πρός ἀποκατάσταση τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, οὔτε προσευχή γιά τήν ἐπανένταξη στήν κανονική Ἐκκλησία. Ἀντίθετα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἀποστολική διαδοχή ὑπῆρχε ἀναμφίβολα δεδομένη στους πρώην ρώσσους σχισματικούς, ἐνῶ θεωρεῖ τή γενομένη προσευχή ὡς προσευχή ἔνταξης στό Πατριαρχεῖο Μόσχας, ἐνῶ αὐτή ἦταν μιά γενική προσευχή ὑπέρ τῆς ἑνότητας. Βλ. Β. Hallensleben, ὅπ. παρ., 79: «… die apostolische Sukzession war nicht zweifelhaft … die Korrektur des Bruchs durch einen besonderen Gottesdienst und ein Gebet der Wiedereingliederung in der Christus- Erlöser- Kathedrale adschlieβend vollzogen wurde». Ἀρχεπίσκοπος Ἀναστάσιος δέν αὐτοαναιρεῖται ἁπλᾶ σύμφωνα μέ ὅσα γράφει γιά τό Μελετιανό σχίσμα, ἀλλά δίδει τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐν τοῖς πράγμασι δέν ὑπῆρξε σχίσμα μεταξύ τῶν Ρώσσων τῆς Διασπορᾶς καί τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἐρειδόμενος στό γεγονός, ὅτι οἱ πρῶτοι δέν καθαιρέθηκαν ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας παρά τό γεγονός, ὅτι δέν ὑπῆρχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους καί τά μυστήριά τους ἐθεωροῦντο ἄκυρα καί ἀνυπόστατα.

[108] Aὐτό ἐπικαλεῖται ὡς ἐπιχείρημα τό κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Βλ. ὑποσ. 3.

[109] Ὁ Μ. Βασίλειος ἀποδέχεται τό βάπτισμα τῶν Καθαρῶν ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους αὐτῶν, συντασσόμενος μέ τήν ἐπικρατοῦσα ἄποψη στήν Ἀσία. Ρ.Π. Δ΄, 91.

[110] Ἐνδεικτική εἶναι ἡ περίπτωση τῶν Ἐπισκόπων Βύβλου, Βότρυος, Τριπόλεως, Ὀρθοσιάδος, Ἀρκάδος καί Ἀντάραδος, οἱ ὁποῖοι ἀπεκατεστάθησαν ὑπό τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ εἶχαν ὑποβιβασθῆ σέ Πρεσβυτέρους ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Βηρυτοῦ Εὐστάθιο. Ἡ σύνοδος ἀπέδωσε τίς ἐπιτροπές αὐτές στήν Ἐκκλησία τῆς Τύρου, στήν ὁποία κανονικά ἀνῆκαν. Βλ. Ρ.Π.Β΄, 286-287.

[111] Ἀπαντητικό ἔγγραφον τῆς 29. Ὀκτωβρίου 1880 τοῦ Πατριαρχείου Ἰεροσολύμων. Οἱ πρώην αἱρετικοί, ἀφορισθέντες καί καθαιρεθέντες, ἔπρεπε νά σφραγισθοῦν δι’ ἁγίου Μύρου «μυστικωτέρᾳ χειροτονίᾳ, ἤτοι δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν…». Ὁ Π. Τρεμπέλας, Δογματική Γ΄, Ἀθήνα 1961, θεωρεῖ, ὅτι κακῶς ἡ συσταθεῖσα τό 1879 ἐπιτροπή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχεῖου ἀπεφάνθη ὑπέρ τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας κληρικῶν ὑπό ἐπισκόπων καθηρημένων καί σχισματικῶν χειροτονηθέντων. Τέτοιες χειροτονίες θά μποροῦσαν νά ἀναγνωρίζονται μόνο κατ’οἰκονομία καί ἡ οἰκονομία δέν μπορεῖ νά γίνει κανόνας. Ἡ αἰτιολογία, τήν ὁποία προσάγει ὁ Π. Τρεμπέλας, ἀφήνει ὅμως τό περιθώριο γιά τήν κατ’ ἐξαίρεση ἀναγνώριση τέτοιων χειροτονιῶν καί αὐτό εἶναι τό πολύ σημαντικό.

[112] Dmytro Horyevoy, Περί τῶν χειροτονιῶν στήν Οὐκρανική Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: «Δέν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι του ΠΚ ἔχουν ἀποστολική διαδοχή, ἐπειδή οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Πρώην Πατριάρχη Φιλάρετο, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τή Ρωσική Έκκλησία μαζί μέ τόν κανονικό ἐπίσκοπο τοῦ Ποτσάεβ Ἰάκωβο (Παντσιούκ). https://cerkvarium.org/en/publications/analytics/2019-08-25-11-00-00.

[114] Οἱ ρωσσικές πηγές διατείνονται, ὅτι ὁ Τσεκάλιν δέν ἦταν Ἐπίσκοπος, ἀλλά διάκονος. Βλ. S.Senyk, L’ Église Orthodoxe en Europe orientale au xxe siècle (sous la direction de Christine chaillot), Paris 2009, 315- 316. Kommission des Moskatter Patriarchats, στό: Orthodoxe Kirche in der Ukraine-wohin? Dokumente zur Debatte um die Autokephalie, Münster 2019,108. (Hg. Barbara Hallensleben): Die Weihen der Mehrheit der “Bischofe’’ der chemaligen “Ukrainischen Autokephalen Orthodoxen Kirche”, die nun Teil der “Orthodoxen Kirche der Ukraine” sind, gehen auf zwei Persionen zurück: des sanes Amfes enthobenen ehemaligen Bischof Ioann Bodnartsschuk) von Zhitomir und den selbsternannten “Bischof” Victor (Vikentij) Tschekalin, der innerhalb des Schismas nicht einmal geweiht wurde”. 

[115] D. Horyevoy, ὅπ. παρ., καταλήγει συμπερσματικά: «Ἑπομένως, στίς χειροτονίες τῶν Ἐπισκόπων τῆς Οὐκρανικῆς Αὐτοκέφαλης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔλαβαν μέρος ἐπίσκοποι πού χειροτονήθηκαν στη Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καθώς καί μια πρόσθετη γραμμή ἀπό τόν Πατριάρχη Μστισλάβ (Σκρίπνικ). Ἄρα, ἐάν κάποιος δέν ἀναγνωρίζει τήν ἀποστολική διαδοχή τῶν ἐπισκόπων τῆς πρώην Οὐκρανικῆς Αὐτοκέφαλης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τότε θά πρέπει νά μή ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί στήν ἴδια τή Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».

[116] ACO 4,1, 92; ACO 4,1, 230. Βλ. ὑποσ. 60.

[117] Βλ. ἀνωτ. ὑπ. σ. 51.

[118] PG 32, 669 D.

[119] PG 26, 796Α-809C. ( πρός τούς Ἀντιοχεῖς Τόμος Ἀθανασίου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.

[120] Βλ. ἀνωτ. ὑπ. σ. 76.

[121] Mansi  VII, 452.    

[122] Πηδάλιον, 3: «Καθώς Σιδήριος ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Παλαιβίσκης, κατά τον Συνέσιον, ὄχι ὑπό τριῶν, ἀλλά ὑπό ἑνός Ἐπισκόπου τοῦ Φίλωνος». Π. Τρεμπέλας, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Γ’, Ἀθῆναι 1961, σ. 301.

[123] Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Θεοδωρήτου, PG 82, 1248C: «Μόνος γάρ αὐτὸν ὁ Παυλῖνος προὐβάλετο, πολλούς κανόνας κατὰ ταυτόν παραβάς».

[124] Γεωργίου Κεδρηνοῦ, Σύνοψις Ἱστοριῶν, PG 121, 673: «… ὅς προκαθηρημένος ἤδη χειροτονεῖται ὑπό ἑνός ἐπισκόπου, καί τούτου καθῃρημένου».

[125] Βλ. ὑποσ. 94.

[126] Ἀποστολικαί διαταγαί, PG 1, 804, ὑποσ. 11.

[127] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τῶν ἱερῶν Χειροτονιῶν, PG 155, 413D.

[128] Εἶναι κεφαλαιώδες σημασίας ἡ γνώση ἐπισήμανση τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (Πηδάλιον, Ἑρμηνεία στό μστ΄ κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 53): …δύω εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως, φυλάττονται εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Τό ἕν εἶδος ὀνομάζεται Ἀκρίβεια, τό δέ ἄλλο ὀνομάζεται Οἰκονομία καί Συγκατάβασις, μέ τά ὁποῖα κυβερνοῦσι τήν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν οἱ τοῦ Πνεύματος οἰκονόμοι, πότε μέν μέ τό ἕνα, πότε δέ μέ τό ἄλλο».

[129] Mansi 7, 821C-824B.

[130] PG 6, 1261 CD. (Ἀποκρίσεις πρός τούς Ὀρθοδόξους περί τινων ἀναγκαίων ζητημάτων). 

[131] PG 86 Α΄, 73Β. (Τιμοθέου Πρεσβυτέρου περί τῶν προσερχομένων τῇ ἁγίᾳ Ἐκκλησία /ex Niconis Pandecte).

[132] Ρ.Π. 5, 433-434 (Τοῦ Μακαριωτάτου καί Ἁγιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, κυρίου Δημητρίου τοῦ Χωματιανοῦ, πρός Κωνσταντῖνον ἀρχιεπίσκοπον τῆς μητροπόλεως Δυρραχίου, τόν Καβάσιλαν, ἀποκρίσεις).




Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αβύδου Δρ. κ.κ. Κύριλλος (Ευάγγελος Κατερέλος) γεννήθηκε το 1956 στη Λαμία. Σπούδασε Νομική, Κλασική Φιλολογία και Θεολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα έλαβε τον μεταπτυχιακό του τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Είναι διδάκτωρ της Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ στη Γερμανία.

Είναι Τακτικός Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνων. Την περίοδο 2007-2009 διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθήνων.

Χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιο. Ως Ιερεύς έχει υπηρετήσει στην Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης, την Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας και την Μητρόπολη Γερμανίας.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2008 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον εκλέγει παμψηφεί Επίσκοπο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Αβύδου. Η Χειροτονία του σε Επίσκοπο τελέσθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2008, στον Ιερό Πατριαρχικό Ναό Αγίου Γεωργίου υπο του Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και έχει δημοσιεύσει άρθρα στον ημερήσιο και εκκλησιαστικό περιοδικό τύπο.

Εξελέγη Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ, στις 27 Ιουλίου 2020.

 

(Πηγή βιογραφικών στοιχείων)