Η αναγνώριση του Μητροπολίτη Κιέβου Επιφανίου από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου


 

Η παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος, υπό την έννοια της οποίας περιλαμβάνονται τόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και η επακόλουθη αποδοχή της και η τυπικού χαρακτήρα αναγνώριση της νέας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, δεν αποτελεί αντικείμενο συζητήσεως και κριτικής άλλου συνοδικού οργάνου, παρά μόνο του μόνου αρμοδίου, που είναι η Ιερά σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

 

Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος,

Δικηγόρος,

Άρχων Ασηκρήτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

Εάν σταχυολογήσουμε τις πιο πρόσφατες θέσεις της Εκκλησίας της Κύπρου, θα συνειδητοποιήσουμε, ότι στο ζήτημα της αναγνωρίσεως της νέας Ουκρανικής Εκκλησίας και συνακολούθως και του Προκαθημένου αυτής Μητροπολίτη Κιέβου Επιφανίου, η Εκκλησία της Κύπρου κράτησε μια στάση αρνητική, συντασσόμενη με την πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών υπέρ της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (Πατριαρχείο Μόσχας) και του επικεφαλής αυτής Μητροπολίτη Ονουφρίου:

α) τον Ιούλιο του 2017 ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος απέστειλε επιστολή στον Πατριάρχη Μόσχας, με την οποία εξέφραζε την υποστήριξή του προς την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας).

β) λίγες μέρες μετά, κατά τις εορτές προς τιμήν της μνήμης του Οσίου Αντωνίου των Σπηλαίων του Κιέβου, οργανώθηκε συνέντευξη τύπου, στην οποία μεταξύ άλλων παρέστη και ο Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής Ησαΐας ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Κύπρου, ο οποίος εξέφρασε την πλήρη στήριξή του προς την τότε Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Προκαθήμενο της Μητροπολίτη Ονούφριο, χαρακτηρίζοντας αυτήν μεν ως την μόνη κανονική Εκκλησία στην Ουκρανία, τον Προκαθήμενο αυτής δε ως τον κανονικό Προκαθήμενο της Ουκρανικής Εκκλησίας.

γ) στις 18 Φεβρουαρίου 2019 η Ιερά σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου εξέδωσε Ανακοινωθέν, στο οποίο εξεδήλωσε τις επιφυλάξεις της «…ὡς πρός τή δυνατότητα ἐπικύρωσης ἐκ τῶν ὑστέρων, χειροτονιῶν πού ἔγιναν ἀπό καθαιρεμένους, ἀφορισμένους καί ἀναθεματισμένους ἐπισκόπους. Τήν καθαίρεση, ἀφορισμό καί ἀναθεματισμό κάποιων προσώπων πού πρωτοστάτησαν στήν Οὐκρανική κρίση, δεχτήκαμε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι. Τό ἔκκλητο, ὅταν ὑφίσταται, θά πρέπει νά ἔχει κάποιους χρονικούς περιορισμούς ὡς πρός τήν ὑποβολή καί τήν ἐξέτασή του».

Παρά ταύτα, στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της 9ης Σεπτεμβρίου 2020 ο Αρχιεπίσκοπος έθεσε το θέμα προς συζήτηση αλλά τελικώς αποφασίσθηκε η αναβολή της συζητήσεως για μια προσεχή συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου.

Όμως, στις 24 Οκτωβρίου 2020, στη Ιερά Μονή Χρυσορροϊατίσσης, και κατά την χειροτονία του Επισκόπου Αρσινόης Παγκρατίου (και ηγουμένου της Μονής), ο Αρχιεπίσκοπος μνημόνευσε τελικώς τον Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο και η μνημόνευση επαναλήφθηκε από τον διάκονο, κατά την ανάγνωση των Διπτύχων.

Αυτή η κίνηση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου πυροδότησε αντιδράσεις μέσα στην Ιερά Σύνοδο, με αποτέλεσμα στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, τέσσερις Αρχιερείς της Εκκλησίας της Κύπρου, (οι Μητροπολίτες Κύκκου Νικηφόρος, Λεμεσού Αθανάσιος, Ταμασού Ησαΐας και Αμαθούντος Νικόλαος) εξέδωσαν Ανακοινωθέν, τονίζοντας ότι με την Πράξη του ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου παραβίασε το συνοδικό σύστημα και τον καλούσαν να ανακαλέσει την αντικανονική και άκυρη πράξη του, απαιτώντας δε την έκτακτη σύγκληση της Συνόδου για να επιληφθεί του θέματος.

Τελικώς, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου κατά τις συνεδρίες της 23ης και 25ης Νοεμβρίου 2020 «συζήτησε διεξοδικώς το Ουκρανικό Εκκλησιαστικό Ζήτημα, καθώς και το πρόβλημα το οποίο έχει δημιουργηθεί με την μνημόνευση του Επιφανίου ως Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ουκρανίας εκ μέρους του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου και αποφάσισε όπως, μη εναντιωθεί στην ως άνω απόφαση του Μακαριωτάτου».

Το θέμα φαίνεται θεωρητικώς να έχει λυθεί. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Παραβίασε τελικώς το συνοδικό σύστημα ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου με την αναγνώριση του Μητροπολίτη Κιέβου Επιφανίου ή όχι;

Η απάντηση στο ερώτημα ευρίσκεται στο σύστημα αρχών κανονικής δικαιοδοσίας, όπως αυτό προκύπτει από τους ιερούς κανόνες και το οποίο σύστημα αρχών υποστηρίζει τα καθεστώτα διοικήσεως (αυτοκέφαλο και αυτόνομο) στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ειδικότερα:

Ο όρος «κανονική δικαιοδοσία» προσδιορίζει τα ευρύτερα όρια, εντός των οποίων το εκκλησιαστικό όργανο, μονοπρόσωπο ή συλλογικό, ασκεί τις εξουσίες του, όπως αυτές απορρέουν από τους ιερούς κανόνες και οριοθετείται από δύο στοιχεία, το στοιχείο της κατά τόπο αρμοδιότητας και το στοιχείο της κατά πρόσωπο αρμοδιότητας (βλ. εκτενέστερα Α. Βαβούσκου, Θεμελιώδεις αρχές της Εκκλησιαστικής Δικονομίας της Εκκλησίας της Ελλάδος : η αρχή της εξασφαλίσεως της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των οργάνων απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης (διδ. διατριβή), εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003, 215επ.

Ειδικότερα, με βάση το στοιχείο της κατά τόπο αρμοδιότητας, η κανονική δικαιοδοσία συνδέεται σαφώς με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιφέρεια, εντός της οποίας και ασκείται. Τα όρια της περιφέρειας αυτής ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της διοικητικής – πολιτικής περιφέρειας, η δε αυτή ταύτιση παρατηρήθηκε από τα πρώτα στάδια της θεμελιώσεως του οργανωτικού πλαισίου της Εκκλησίας. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στο γεγονός, ότι η Εκκλησία ως νέος Οργανισμός δεν είχε προγενέστερα πρότυπα διοικητικής οργανώσεως και αναζητώντας λύσεις, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ταχέως αυξανόμενες ανάγκες της από την ραγδαία εξάπλωσή της, χρησιμοποίησε την οργανωτική βάση και δομή της αυτοκρατορίας.

Η διασύνδεση της κανονικής δικαιοδοσίας με την εδαφικότητα αποτυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και στους ιερούς κανόνες είτε:

1) με τη μορφή της σαφούς οριοθετήσεως και κατοχυρώσεως της ασκουμένης εξουσίας εντός καθορισμένων γεωγραφικών ορίων (βλ. 34ο των Αποστόλων, 6ο και 7ο της Α΄ Οικουμενικής συνόδου, 2ο της Β΄ Οικουμενικής συνόδου, 28ο της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου) και

2) με τη μορφή της απαγορεύσεως υπερβάσεως των ορίων αυτών μέσω της αναμείξεως στις υποθέσεις άλλης εκκλησιαστικής περιφερείας (35ο Αποστόλων, 2ο της Β΄ Οικουμενικής συνόδου, 8ο της Γ΄ Οικουμενικής, 13ο της Αντιοχείας ),

με βασικό άξονα και στις δύο περιπτώσεις το δίκαιο των χειροτονιών, όπως επισημαίνει ο Ι. Ζωναράς στο σχόλιό του στον 6ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα, ΙΙ, 129): «…Καί τοσοῦτον βούλεται προέχειν τούς ἐπισκόπους ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐτῶν, ὥστε καθόλου δίδωσι τύπον μηδέν χωρίς αὐτῶν εἰς ἐκκλησιαστικήν διοίκησιν ἀναφερόμενον γίνεσθαι, ἧς τό μεῖζον καί κυριώτερον ἡ τῶν ἐπισκόπων χειροτονία ἐστί…».

Υπό αυτό το πρίσμα, η κανονική δικαιοδοσία ασκείται σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Τα επίπεδα αυτά είναι α) της Επισκοπής, β) της Μητροπόλεως και γ) του Πατριαρχείου ή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.

Κανονικό υπόβαθρο του πρώτου επιπέδου δικαιοδοσίας, δηλαδή αυτού της Επισκοπής, αποτελεί ο 34ος κανόνας των Αποστόλων, κατά τον οποίο «Τούς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης∙ ἐκεῖνα δέ μόνα πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καί ταῖς ὑπ’ αὐτήν χώραις…»

Κατά τον κανόνα, τα όρια, εντός των οποίων ασκείται η κανονική δικαιοδοσία του επισκόπου, είναι αυτά που καλύπτουν την γεωγραφική επιφάνεια, που καταλαμβάνουν η «παροικία» του, δηλαδή η επισκοπή του και οι «υπ’ αυτήν χώραι» (βλ. το ερμηνευτικό σχόλιο του Ι. Ζωναρά υπό τον κανόνα (Σύνταγμα, ΙΙ 46) «…Ἕκαστον (εννοείται επίσκοπον) δέ τάς τῆς οἰκείας ἐκκλησίας διοικήσεις, καί τῶν ὑποκειμένων αὐταῖς χωρῶν, πράττειν ἰδιαζόντως καθ’ ἑαυτούς», δηλαδή οι ενορίες, που βρίσκονται εντός των ορίων της Επισκοπής. Εντός των γεωγραφικών αυτών πλαισίων ο ποιμαίνων επίσκοπος είναι παντοδύναμος και αδιαμφισβήτητος ηγέτης, καθ’ όλο το διάστημα, που βρίσκεται εν ζωή και μπορεί να επιτελεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα (βλ. τον 16ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου). Υπό αυτή την έννοια, ο Επίσκοπος έχει την εξουσία να τελεί χειροτονίες πρεσβυτέρων και διακόνων προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επαρχίας του και να επιλαμβάνεται όλων των θεμάτων, που απορρέουν από αυτές, όπως η κρίση των κανονικών παραπτωμάτων αυτών (βλ. 9ο κανόνα της Αντιοχείας), και οποιοδήποτε εν γένει ζήτημα δογματικής, κανονικής ή ηθικής τάξεως, που αφορά αποκλειστικώς την επαρχία του και όχι την Εκκλησία εν γένει, όπως είναι οι αιρέσεις, οι χειροτονίες            επισκόπων,     εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας κ.λ.π. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει εξ αντιδιαστολής από τα σχόλια υπό τον 34ο κανόνα τόσο του Ι. Ζωναρά (Σύνταγμα, ΙΙ, 45)

«Διά τοῦτο ὁ παρών κανών τούς ἑκάστης ἐπαρχίας πρώτους ἐπισκόπους, τούς τῶν μητροπόλεων δηλονότι ἀρχιερεῖς, κεφαλήν ἡγεῖσθαι ὑπό τῶν ἄλλων ἐπισκόπων τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας κελεύει, καί χωρίς ἐκείνων μηδέν ποιεῖν, ὅ εἰς κοινήν ἀφορᾷ τῆς ἐκκλησίας κατάστασιν, οἷον ζητήσεις δογματικάς, οἰκονομίας περί σφαλμάτων κοινῶν, καταστάσεις ἀρχιερέων, καί ὅσα τοιαῦτα», όσο και τού Α. Αριστηνού (Σύνταγμα, ΙΙ, 47):

«Οὔτε οἱ ἐπίσκοποι, οὔτε οἱ μητροπολῖται παρά γνώμην τοῦ αὐτῶν πρώτου ὀφείλουσί τι περιττόν πράττειν, οἷον ἐπισκόπους ψηφίζεσθαι, περί δογμάτων νέων ζητεῖν, ἤ ἐκποιήσεις ἐκκλησιαστικῶν τινων ποιεῖσθαι, εἰ μή τά ἐπιβάλλοντα τῇ ἑκάστου παροικίᾳ, καί ταῖς ὑπ’ αὐτόν χώραις», όπου καταγράφονται από τους ερμηνευτές τα ζητήματα, που λόγω του χαρακτήρα τους ως κοινού ενδιαφέροντος, ανήκουν στην αρμοδιότητα της συνόδου.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, ο Επίσκοπος, ασκώντας την κανονική δικαιοδοσία όπως αυτή απορρέει από τους ιερούς κανόνες, είναι αυτεξούσιος και απολαμβάνει διοικητικής αυτοτέλειας και αυτενέργειας, η οποία του παρέχει την εξουσία να διοικεί και να χειρίζεται κατ’ εφαρμογήν των ιερών κανόνων τις υποθέσεις της επαρχίας του, αποκλειομένης της παρεμβάσεως άλλου μονομελούς ή πολυμελούς διοικητικού οργάνου της Εκκλησίας.

Το αυτεξούσιο αυτό δεν καταργήθηκε ούτε περιορίσθηκε με την δημιουργία του δευτέρου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας, ήτοι του μητροπολιτικού, διότι το νέο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας, αν και βρίσκεται υπεράνω αυτού της Επισκοπής, εξοπλίστηκε με αρμοδιότητες, που παρέχουν την εξουσία διαχειρίσεως υποθέσεων, οι οποίες εκφεύγουν και βρίσκονται πέραν των αρμοδιοτήτων μιας Επισκοπής και του επικεφαλής αυτής Επισκόπου. Το δεύτερο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας, το μητροπολιτικό, και υπερκείμενο αυτού της επισκοπής, θεμελιώνεται στους κανόνες 4ο, 5ο, 6ο και 7ο της Α΄ Οικουμενικής συνόδου.

Στο νέο αυτό επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας επέρχονται δύο σημαντικές μεταβολές, οι οποίες αφορούν τόσο στο όργανο, που την ασκεί όσο και στη γεωγραφική περιφέρεια, εντός της οποίας ασκείται.

Η κανονική δικαιοδοσία κατανέμεται πλέον στους κατά τόπους Επισκόπους των Επισκοπών της μητροπόλεως και στην Επαρχιακή (Μητροπολιτική) Σύνοδο, της οποίας προεδρεύει ο Επίσκοπος της πρωτεύουσας της Μητροπόλεως, δηλαδή ο Μητροπολίτης ‐ Επίσκοπος και μέλη της είναι όλοι οι Επίσκοποι της επαρχίας (συνοδικό σύστημα). Την ουσία του περιεχομένου του νέου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας αποδίδει πλήρως ο κανόνας 34ος των Αποστόλων, που ήδη προαναφέρθηκε αλλά και το ερμηνευτικό σχόλιο υπό τόν κανόνα του Ι. Ζωναρά, (Σύνταγμα, ΙΙ, 45) «Ὥσπερ τά σώματα, μή τήν οἰκείαν ἐνέργειαν ὑγιᾶ σωζούσης τῆς κεφαλῆς, πλημμελῶς κινοῦνται, ἤ καί ἄχρηστά εἰσι παντελῶς, οὕτω καί τό σῶμα τῆς ἐκκλησίας, εἰ μή ὁ πρωτεύων τούτου, καί τάξιν πληρῶν κεφαλῆς, ἐπί τῆς οἰκείας διατηροῖτο τιμῆς, ἀτάκτως καί πλημμελῶς κινηθήσεται».

Πλέον, το νέο επίπεδο στηρίζεται στον δυαδικό χαρακτήρα του ρόλου των Επισκόπων και στην αμφίδρομης φοράς σχέση, που δημιουργείται από και διά της εφαρμογής του νέου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας, ανάμεσα στους Επισκόπους της Μητροπόλεως και στον Μητροπολίτη. Οι Επίσκοποι πλέον, μέσω της συμμετοχής τους στο συλλογικό όργανο διοικήσεως της Επαρχίας (σύνοδος), παύουν να είναι υπεύθυνοι μόνον για τις υποθέσεις των οικείων Επισκοπών τους αλλά επιφορτίζονται και με την συμμετοχή τους στην λήψη αποφάσεων επί εκείνων των υποθέσεων, που άπτονται του γενικοτέρου συμφέροντος της διευρυμένης  πλέον  εκκλησιαστικής περιφέρειας. Από την άλλη πλευρά, μεταξύ των Επισκόπων ‐ μελών της Επαρχιακής συνόδου και του Προέδρου αυτής Μητροπολίτη – επισκόπου της πρωτεύουσας της Επαρχίας δημιουργείται μια σχέση αμφίδρομης φοράς, η οποία βρίσκει την έκφρασή της κατά τη λειτουργία του συνοδικού συστήματος. Στο νέο επίπεδο δικαιοδοσίας, ουδείς Επίσκοπος ενεργεί άνευ της γνώμης του Μητροπολίτη του και ουδείς Μητροπολίτης ενεργεί άνευ της γνώμης των Επισκόπων της Επαρχίας του (βλ. 34ο των Αποστόλων, καθώς και τα σχόλια υπό τον κανόνα του Ι. Ζωναρά (Σύνταγμα, ΙΙ, 45, 46):

«…Διά τοῦτο ὁ παρών κανών τούς ἑκάστης ἐπαρχίας πρώτους ἐπισκόπους, τούς τῶν μητροπόλεων δηλονότι ἀρχιερεῖς, κεφαλήν ἡγεῖσθαι ὑπό τῶν ἄλλων ἐπισκόπων τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας κελεύει, καί χωρίς ἐκείνων μηδέν ποιεῖν,…Πλήν ἀλλ’ οὐδέ τῶ(υπογεγ) πρώτῳ ἐπισκόπῳ παραχωρεῖ, τῇ τιμῇ  καταχρώμενον, εἰς δυναστείαν ταύτην ἀμείβειν, καί ἐναυθεντεῖν, καί χωρίς γνώμης κοινῆς τῶν οἰκείων συλλειτουργῶν ποιεῖν τι τῶν εἰρημένων, ἤ τῶν «ὁμοίων αὐτοῖς....», Θ. Βαλσαμώνος (Σύνταγμα, ΙΙ, 46) «…διό καί ὡρίσθη κατά κοινήν γνώμην, τά ἐπέκεινα τῆς διοικήσεως τῶν ἀνηκόντων ἑκάστῃ παροικίᾳ, εἰς ἐκκλησιαστικήν κατάστασιν ἀποβλέποντα, καί περιττά λογιζόμενα, μή γίνεσθαι χωρίς γνώμης τῶν πρώτων. Καί αὐτῷ δέ τῷ πρώτῳ τοιούτόν τι ποιεῖν ἄνευ γνώμης τῶν ἐπισκόπων αὐτοῦ οὐκ ἐνεδόθη…» και Α. Αριστηνού (Σύνταγμα, ΙΙ, 47): «Δίχα τοῦ πρώτου αὐτῶν ποιοῦσιν οὐδέν οἱ ἐπίσκοποι, εἰμή τά τῆς παροικίας αὐτοῦ ἕκαστος∙ καί ὁ πρῶτος ἅτερ ἐκείνων οὐδέν, διά τήν ὀφειλομένην ὁμόνοιαν».

Κανονικό θεμέλιο της αρμοδιότητας της συνόδου των Επισκόπων μιας εκκλησιαστικής περιφερείας εν γένει να επιλαμβάνεται ενός ζητήματος αποτελεί ο 37ος κανόνας των Αποστόλων, ο οποίος ορίζει «Δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω τῶν έπισκόπων, και ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τά δόγματα τῆς εὐσεβείας, καί τάς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν∙ ἅπαξ μέν, τῇ τετάρτῃ ἑβδομάδι τῆς Πεντηκοστής∙ δεύτερον δέ, Ὑπερβερεταίου δωδεκάτῃ». Εξίσου διαφωτιστικά είναι και τα υπό τον κανόνα ερμηνευτικά σχόλια του Ι. Ζωναρά (Σύνταγμα, ΙΙ, 50) «Διά τάς ἐμπιπτούσας περί δογμάτων ἀμφιβολίας, καί ἐκκλησιαστικάς ἑτέρας αἰτίας, καί τούς παρά τῶν ἐπισκόπων ἀφορισμοῖς ὑποβαλλομένους, εἰ αἰτιῶνται τούς ἀφορίσαντας, ἀναγκαῖον ἐκρίθη τοῖς ἱεροῖς Ἀποστόλοις, τούς ἑκάστης ἐπαρχίας ἐπισκόπους συνέρχεσθαι ἐπί τό αὐτό, δίς τοῦ ἐνιαυτοῦ, καί κοινοῦσθαι ἀλλήλοις τάς γινομένας ἀμφιβολίας, καί λύειν ταύτας» και Α. Αριστηνού (Σύνταγμα, ΙΙ, 51)

«Δίς κατ’ ἔτος οἱ ἐπίσκοποι συνίτωσαν διά τά πράγματα, καί τά δόγματα∙…». Την ίδια περιεχομένου ρύθμιση έχουν και ο 8ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου, ο 6ος της Ζ΄ Οικουμενικής συνόδου, ο 20ος της Αντιοχείας και ο 18ος της Καρθαγένης.

Είναι γεγονός ότι οι ιεροί κανόνες, ενώ ως προς τα ζητήματα πίστεως είναι σαφείς, ως προς τα ζητήματα κανονικής τάξεως δεν χρησιμοποιούν ούτε ενιαία ορολογία ούτε απαριθμούν, ποια ακριβώς είναι τα ζητήματα αυτά. ΄Ετσι ο 37ος κανόνας των Αποστόλων χρησιμοποιεί τον όρο «τάς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας», ο 8ος κανόνας της Πενθέκτης τον όρο «ἐκκλησιαστικά κεφάλαια», ο 6ος κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής τον όρο «κανονικῶν καί εὐαγγελικῶν πραγμάτων», ο 20ος κανόνας της Αντιοχείας τον όρο «ἐκκλησιαστικάς χρείας καί τάς τῶν ἀμφισβητουμένων διαλὐσεις» και ο 18ος της Καρθαγένης τον όρο «ἐκκλησιαστικάς αἰτίας». Απάντηση στο ζήτημα δίνουν οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των σχολιαστών των ιερών κανόνων. Ο Ι. Ζωναράς στα ερμηνευτικά του σχόλια υπό τους κανόνες 6 της Ζ΄ Οικουμενικής και 20ο της Αντιοχείας φαίνεται να εντάσσει στα ζητήματα κανονικής τάξεως τις υποθέσεις δικαστικού και διοικητικού χαρακτήρα, καθώς και τις παραβιάσεις των επιταγών του Ευαγγελίου, σημειώνοντας χαρακτηριστικώς στο μεν σχόλιό του υπό τον 6ο κανόνα (Σύνταγμα, ΙΙ, 578) ότι «…Κανονικά μέν οὖν πράγματα, εἶεν ἄν οἰ ἀφορισμοί, εἰ δικαίως γίνονται σκοπούμενοι, εἰ δέ οἰκονόμων, ὄντων ἐκ τῶν κλήρων αὐτῶν, τά τῶν ἐκκλησιῶν διοικοῦσιν ἐπίσκοποι∙ καί τοιαῦτα τινα, ἅ οἱ κανόνες γίνεσθαι διατάττονται. Εὐαγγελικά δέ, ἅ διά τοῦ Εὐαγγελίου ἡμῖν ἐπιτάττονται, οἷον ἐστι τό βαπτίζειν εἰς ὄνομα Πατρός, καί Υἱοῦ, καί ἁγίου Πνεύματος, καί τό μή ἐκβάλλειν τινά τήν γυναίκα αὐτοῦ, ἐκτός λόγου πορνείας, καί ἄλλα τοιαῦτα», στο δε υπό τον 20ο κανόνα σχόλιό του (Σύνταγμα, ΙΙΙ, 163) ότι: «..Λέγει δέ ὁ παρών κανών τάς συνόδους ὀφείλειν γίνεσθαι διά τάς ἐκκλησιαστικάς χρείας, ἤγουν τάς περί τινων καταστάσεων ἐκκλησιαστικῶν ζητήσεις, καί τάς τῶν ἀμφισβητουμένων διαλύσεις, ἤτοι τάς αἰτιάσεις τάς παρά τινων ἴσως κατ’ ἐπισκόπων φερομένα,. ὡς ἀδίκως αὐτούς άφορισάντων, ἤ καθελόντων, καί ἄλλας τινάς τοιαύτας ἀμφιβολίας…». Με την άποψη αυτή φαίνεται να συντάσσεται και ο Θ. Βαλσαμών, ο οποίος στο ερμηνευτικό του σχόλιο υπό τον 6ο κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής (Σύνταγμα, ΙΙ, 579) σημειώνει: «…Καί κανονικαί μέν παραδόσεις εἰσίν οἱ εὔλογοι καί παράλογοι ἀφορισμοί, αἱ καταταγαί τῶν κληρικῶν, αἱ διοικήσεις τῶν ἐπισκοπικῶν πραγμάτων, καί τά τοιαῦτα».

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, στην αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου θα πρέπει να περιληφθούν η καταδίκη των αιρέσεων, η άσκηση της δικαιοδοτικής εξουσίας, η χειροτονία των κληρικών, η εκλογή και χειροτονία επισκόπων, οι μεταθέσεις επισκόπων, η διοίκηση των επισκοπικών υποθέσεων, η διοίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ιδιαιτέρως, όμως, αυτό της εκλογής και χειροτονίας των Επισκόπων, με κορυφαία έκφραση του την εκλογή και χειροτονία του Μητροπολίτη – Προέδρου της συνόδου, ο οποίος συνιστά την «κεφαλή» της τοπικής Εκκλησίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω της αρμοδιότητας αυτής, η Μητρόπολη ως διοικητική μονάδα κτάται και απολαύει το προνόμιο του αυτοκεφάλου καθεστώτος. Εντός του πλαισίου αυτού εντάσσεται και η άποψη του Θ. Βαλσαμώνα, ο οποίος προσδιορίζοντας την διοικητική αυτοτέλεια –αυτοκέφαλο καθεστώς στο δεύτερο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας σημειώνει στο σχόλιό του υπό τον 2ο κανόνα της Β΄ Οικουμενικής συνόδου (Σύνταγμα, ΙΙ, 171) «Σημείωσαι οὖν ἀπό τοῦ παρόντος κανόνος, ὅτι τό παλαιόν πάντες οἱ τῶν ἐπαρχιῶν μητροπολῖται αὐτοκέφαλοι ἦσαν, καί ὑπό τῶν οἰκείων συνόδων ἐχειροτονοῦντο».

Το τρίτο και τελευταίο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας, το υπερμητροπολιτικό, περιλαμβάνει στους κόλπους του περισσότερες των μίας Επαρχιών – Μητροπόλεων, βάση δε του συστήματος αυτού θα αποτελέσουν τα πέντε Πρεσβυγενή Πατριαρχεία Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Αν θα θέλαμε να περιγράψουμε συνοπτικώς την εξελικτική πορεία αυτού του επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας, θα λέγαμε ότι σημείο εκκινήσεως αποτέλεσαν οι κανόνες 6ος και 7ος της Α΄ Οικουμενικής συνόδου, διά των οποίων αναγνωρίστηκαν στους μέχρι τότε επισημοτέρους θρόνους της Εκκλησίας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων τα πρεσβεία τιμής έναντι των άλλων εκκλησιών, καθώς και οι περιφέρειες της κανονικής τους δικαιοδοσίας.

Δεύτερο στάδιο της εξελικτικής αυτής πορείας αποτέλεσε η ψήφιση του 2ου κανόνα της Β΄ Οικουμενικής συνόδου, ο οποίος συνιστά το κανονικό θεμέλιο του Εξαρχικού συστήματος και του αντιστοίχου, βεβαίως, επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας (Βλ. Νείλου Δοξαπατρή, Τάξις των Πατριαρχικών Θρόνων, σε Ελληνική Πατρολογία, Τ. 132, 1092‐1093).

Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η ψήφιση του 3ου κανόνα της αυτής Β΄ Οικουμενικής συνόδου, ο οποίος αναγνώρισε στον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως τα αυτά πρεσβεία με τον Επίσκοπο Ρώμης, με κριτήριο για τη θέσπιση αυτής της κανονικής ρυθμίσεως την ιδιότητα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ως Εκκλησίας της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας.

Το σύστημα αυτό τείνει να ολοκληρωθεί με την ψήφιση των κανόνων 9 και 17 της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου, διά των οποίων ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Πρωτεύουσας αποκτά ευρύτατη δικαστική δικαιοδοσία προάγγελος της ρυθμίσεως του 28ου κανόνα της αυτής συνόδου.

Το επίπεδο αυτό κανονικής δικαιοδοσίας ολοκληρώθηκε τελικώς με την ρύθμιση του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου, διά του οποίου επικυρώθηκαν τα πρεσβεία τιμής που απονεμήθηκαν με τον 3ο κανόνα της Β΄ Οικουμενικής συνόδου πρεσβεία τιμής (πρώτο εδάφιο), απέκτησε, δε, αυτή επαρχία, εντός των ορίων της οποίας ασκεί την κανονική της δικαιοδοσία ( δεύτερο εδάφιο), δηλαδή τις Διοκήσεις της Ποντικής, της Ασιανής και της Θρακικής, καθώς και τις περιοχές τις «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς», δηλαδή τις Εκκλησίες, οι οποίες βρίσκονταν εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας, σήμερα, δε, αναλογικώς νοούνται όλες οι περιοχές, οι οποίες δεν υπάγονται σε καμμία αυτοκέφαλη Εκκλησία, ήτοι οι ορθόδοξοι της Διασποράς.

Με την δημιουργία του τρίτου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας, η εν γένει αρμοδιότητα της Επαρχιακής συνόδου να επιλαμβάνεται των ζητημάτων της ελεγχόμενης από αυτήν γεωγραφικής περιφέρειας δεν περιορίσθηκε, καθόσον και στην περίπτωση αυτή επεσυνέβη, ότι ακριβώς και στην περίπτωση των αρμοδιοτήτων του επισκόπου μετά την ίδρυση του δευτέρου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας. Δηλαδή, κάθε Επαρχιακή σύνοδος, ως το διοικητικό όργανο μιας Μητροπόλεως, διατήρησε και μετά την δημιουργία του τρίτου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας, το δικαίωμα να επιλαμβάνεται των υποθέσεων, που μέχρι τότε είχε την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται, η δε Πατριαρχική σύνοδος ή η σύνοδος της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας ανέλαβε την διαχείριση των υποθέσεων γενικοτέρου ενδιαφέροντος, ήτοι αυτών που οι συνέπειες και τα αποτελέσματα υπερέβαιναν τα όρια κανονικής δικαιοδοσίας μιας Μητροπόλεως τους, και καθίσταντο για το λόγο αυτό ζήτημα μείζονος σημασίας για το Πατριαρχείο ή την Αυτοκέφαλη Εκκλησία, που στα όριά της υπαγόταν η Μητρόπολη.

Ούτως, κατ’ αναλογία προς όσα έχουν ήδη λεχθεί για την αρμοδιότητα του Επισκόπου και της Επαρχιακής συνόδου, η σύνοδος του Πατριαρχείου ή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας επιλαμβάνεται ζητημάτων, σε κάθε περίπτωση που το ζήτημα αυτό έχει πλέον εκφύγει της αρμοδιότητας της Επαρχιακής συνόδου.

Τα ζητήματα αυτά, είτε είναι ζητήματα πίστεως είτε ζητήματα κανονικής τάξεως (και όχι τα ζητήματα ηθικής τάξεως, τα οποία είναι εκ της φύσεώς τους δυσχερές να λάβουν διαστάσεις ευρύτερες, που οι συνέπειές τους να επέρχονται σε περισσότερες της μίας Μητροπόλεις), αποδίδονται στους ιερούς κανόνες, και ειδικότερα από τον 95ο κανόνα της Καρθαγένης, με τον όρο «κοιναί αἰτίαι». Αξιοσημείωτη, μάλιστα, είναι στο σημείο αυτό η ερμηνεία του Θ. Βαλσαμώνος, ο οποίος ερμηνεύοντας τον όρο «κοιναί αιτίαι» του 95ου κανόνα της Καρθαγένης (Σύνταγμα, ΙΙΙ, 536), διακρίνει μεταξύ «κοινῶν αἰτιῶν» και «ἰδικῶν αἰτιῶν», εκ των οποίων οι μεν πρώτες ανήκουν στην αρμοδιότητα της συνόδου του Πατριαρχείου ή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας οι δε δεύτερες στην Επαρχιακή σύνοδο :

«Ὥσπερ δέ τινος εἰπόντος, καί παρά τίνων λυθήσονται αἱ ἀνακύπτουσαι εκκλησιαστικαί ζητήσεις, φησίν, ὡς εἰ μέν κοιναί εἰσιν αὖται, δογματικαί δηλονότι, διά γραμμάτων κληθήσονται οἱ ἐπίσκοποι, καί, συνόδου γενομένης, λυθήσεται τό ἀμφίβολον∙ εἰ δέ μή τοιαῦται ἀλλ’ ἰδικαί, τυχόν μέσον κληρικῶν ἤ καί ἐπισκόπων ἀναφυεῖσαι, ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ζητηθήσονται…». Από την άποψη αυτή δεν αφίσταται ούτε ο Ι. Ζωναράς, ο οποίος ερμηνεύοντας τον κανόνα γράφει (Σύνταγμα, ΙΙΙ, 536) «Ἔδοξε μή κατ’ ἐνιαυτόν γίνεσθαι τῶν ἐπισκόπων σύνοδον ἐν Καρχηδόνι, ἵνα μή συντρίβωνται, φησίν οἱ ἀδελφοί, ἀλλ’ ὅτε χρεία κοινή καλέσει, γράμμασι καλουμένων τῶν ἐπισκόπων∙ τάς δέ μή οὔσας κοινάς αἰτίας, ἐν ἑκάστῃ ζητεῖσθαι», ούτε όμως και ο Α. Αριστηνός ο οποίος επίσης στην ερμηνεία του ως άνω κανόνα (Σύνταγμα, ΙΙΙ, 537) συντάσσεται με τους δύο ερμηνευτές:

«…Κοινῆς χρείας καλούσης, γράμματα πρός τήν αὐθεντικήν πεμπέσθω καθέδραν, καί σύνοδος γινέσθω, ἔνθα εὔθετον αἱ δέ μή κοιναί αἰτίαι ἐν ταῖς ἰδίαις ἐπαρχίαις κρινέσθωσαν. Τό μέν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ σύνοδον κατ’ ἔτος τῶν ἐπισκόπων γίνεσθαι, καί τάς παρεμπιπτούσας ἐν αὐταῖς ἰδικῶς ἐκκλησιαστικάς ἀμφιβολίας κανονικῶς ζητεῖν τε καί λύειν, καί ἡ σύνοδος αὔτη προστάττει∙τό δέ, πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἀφρικῆς τούς ἐπισκόπους συνέρχεσθαι ἔν τινι τόπῳ, καί κοινήν ποιεῖν σύνοδον, εἰ μή κοιναί εἰσιν αἱ αἰτίαι δι’ ἅς ὀφείλουσι συνελθεῖν, ἄλλως γίνεσθαι οὐ συγχωρεῖ. Ὁπηνίκα δέ τις κοινή καθέδραν ἔχοντα ἐπίσκοπον ὀφείλουσι παρά τῶν ἐπισκόπων πέμπεσθαι γράμματα, καί ἔνθα ἄν έκεῖνος ἐπιτήδειον εἶναι κρίνῃ συνελθεῖν, ἐκεῖσε καί συναχθήσονται».

Εκεί, όμως, όπου επήλθε σημαντικός περιορισμός, είναι στην αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου να εκλέγει τη διοικητική κεφαλή της, δηλαδή το Μητροπολίτη. Η δημιουργία του τρίτου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας ως υπερκειμένου από απόψεως διοικητικής οργανώσεως, είχε ως συνέπεια τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας αυτής από το μέχρι τότε ανώτατο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας (το μητροπολιτικό) στο νεοδημιουργηθέν (το υπερμητροπολιτικό), το οποίο εφεξής θα αντικαταστήσει το μητροπολιτικό και θα είναι αυτό πλέον το ανώτατο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας. Αποτέλεσμα της μεταβιβάσεως της αρμοδιότητας αυτής, ήταν και η ταυτόχρονη απώλεια για τις Μητροπόλεις του προνομίου του αυτοκεφάλου καθεστώτος, το οποίο πλέον κατά τους κανόνες θα απολαμβάνουν οι υπερμητροπολιτικές διοικητικές μονάδες, εντός των γεωγραφικών ορίων των οποίων αυτές βρίσκονται, τα πέντε δηλαδή Πρεσβυγενή Πατριαρχεία και η Εκκλησία της Κύπρου.

Εν κατακλείδι, ένα συνοδικό όργανο επιλαμβάνεται ενός ζητήματος, όταν οι συνέπειες και τα αποτελέσματα που αυτό επιφέρει, περιορίζονται στα όρια κανονικής δικαιοδοσίας του οργάνου αυτού. Σε περίπτωση, όμως, που οι συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτά εκφύγουν των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας του οργάνου αυτού και εισέλθουν στα αντίστοιχα όρια του ανωτέρου συνοδικού οργάνου, τότε το ζήτημα αυτό χαρακτηρίζεται ως γενικοτέρου ενδιαφέροντος και επιλαμβάνεται πλέον ως αρμόδιο το ανώτερο συνοδικό όργανο.

Με βάση τα ανωτέρω, η αναγνώριση της νέας αυτοκέφαλης Εκκλησίας και του Προκαθημένου της, συνιστά καταρχήν ζήτημα; Και αν συνιστά ζήτημα, ανήκει στην αρμοδιότητα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου;

Το ζήτημα της παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος εντάσσεται στο ευρύτερο θέμα της μεταβολής του καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας μέσω της δημιουργίας νέας εκκλησιαστικής περιφέρειας και της διαδικασίας, που πρέπει να ακολουθηθεί βάσει των ιερών κανόνων, δηλαδή του 12ου της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου και του 38ου της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου.

Οι κανόνες αυτοί, μαζί με τις γενικές αρχές περί κανονικής δικαιοδοσίας, αποτελούν την αφετηρία για την νομοκανονική θεμελίωση όλων των Πράξεων περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος στις νυν υφιστάμενες Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Περαιτέρω, όλες οι μέχρι σήμερα Πράξεις περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος εκδόθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείου, όχι όμως αυτεπαγγέλτως αλλά κατόπιν υποβολής προς αυτό σχετικού αιτήματος.

Η διαδικασία, δε, αυτή ακολουθήθηκε:

α) τόσον στην περίπτωση που η παραχώρηση του αυτοκεφάλου καθεστώτος έγινε συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες, όπως στις περιπτώσεις της Σερβικής Εκκλησίας, του Πατριαρχείου Γεωργίας, της Αρχιεπισκοπής Πολωνίας,

β) όσον και στην περίπτωση που πριν από την κανονική παραχώρηση αυτού προηγήθηκε περίοδος αντικανονικότητας ως προς την ίδρυση και λειτουργία της «ανεξάρτητης» εκκλησίας, όπως στις περιπτώσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Αρχιεπισκοπής Αλβανίας, του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, της Εκκλησίας Τσεχίας και Σλοβακίας.

Όπως προκύπτει από τους Πατριαρχικούς και Συνοδικούς Τόμους περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος (βλ. τα κείμενα σε Α. Βαβούσκου‐ Γ. Λιάντα, Οι θεσμοί του αυτοκεφάλου και του αυτονόμου καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μελέτες – Πηγές, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014), η διαδικασία για παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος, η οποία ακολουθείται από τις αρχές του 19ου αιώνα και εφεξής, κινείται:

α) είτε κατόπιν αιτήσεως από την τοπική Εκκλησία, η οποία επιθυμεί την παροχή αυτοκεφάλου καθεστώτος,

β) είτε κατόπιν αιτήσεως από την Πολιτική Αρχή, εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας υπάρχει η αιτούσα το αυτοκέφαλο καθεστώς τοπική Εκκλησία,

γ) είτε κατόπιν αιτήσεως του πληρώματος της τοπικής Εκκλησίας,

δ) είτε κατόπιν συνδυαστικής πρωτοβουλίας των προαναφερθέντων με διακριτούς και διάφορους ρόλους ο καθένας κατά περίπτωση, χωρίς να αποκλείεται και η αυτεπάγγελτη κίνηση της σχετικής διαδικασίας από το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Εκκλησίας.

Εκείνο, που επίσης είναι σαφές, είναι ότι το αίτημα περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος υποβάλλεται και απευθύνεται πάντοτε προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και απευθείας προς αυτό, την διαδικασία δε αυτή ακολούθησαν επακριβώς όλες οι νυν Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αυτοβούλως και ελευθέρως, δίχως πίεση ή προσπάθεια χειραγωγήσεως της βουλήσεώς τους.

Η σταθερότητα αυτή στη στάση των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών σημαίνει, ότι όλες τους αναγνώρισαν την κανονικότητα αυτής της διαδικασίας, η οποία – τονίζω ‐ ακολουθείται από αυτές επί μακρόν και κατά ομοιόμορφο τρόπο. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ίδιες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες διά της μακράς και ομοιόμορφης πρακτικής, η οποία ακολουθείται από αυτές απαρεγκλίτως, συνέστησαν έθιμο, δημιουργώντας διά του τρόπου αυτού κανόνα δικαίου. Παρήγαγαν δηλαδή οι ίδιες δι’ εαυτές Δίκαιο, εφαρμόζοντας στην πράξη τον 87ο κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, κατά τον οποίο το έθιμο έχει ισχύ νόμου «Πρῶτον μέν οὗν, ὅ μέγιστον ἐπί τῶν τοιούτων ἐστί, τό παρ’ ἡμῖν ἔθος, ὅ ἔχομεν προβάλλειν, νόμου δύναμιν ἔχον, διά τό ὑφ’ ἁγίων ἀνδρῶν τοὐς θεσμούς ἡμῖν παραδοθῆναι. Τοῦτο δε τοιοῦτον έστίν.». Και προς ενίσχυσιν της απόψεως αυτής, παραθέτε και τις απόψεις των κανονολόγων Ι. Ζωναρά και Θ. Βαλσαμώνος στα σχόλιά τους υπό τον κανόνα αυτόν. Γράφει ο Ι. Ζωναράς (Σύνταγμα, IV, 264) «Ἡ μακρά συνήθεια ἀντί νόμου κρατεῖ, ἐν οἷς οὐκ ἔστιν ἔγγραφος. ἔθος δέ λέγει ὁ ἅγιος οὗτος, τό ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐνεργούμενον», ο δε Θ. Βαλσαμών σημειώνει (Σύνταγμα, IV, 264) «Σημείωσαι δέ ἀπό ταύτης, ὅτι καί τά ἄγραφα ἐκκλησιαστικά ἔθη, ὡς οἰ ἔγγραφοι κανόνες, τό ἀπαρεγχείρητον ἔχουσι». Έχω την αίσθηση, ότι απόδοση στην νέα ελληνική δεν απαιτείται.

Κατόπιν των ανωτέρω, είναι αναντίρρητο, ότι στερείται νομοκανονικής βάσεως οποιαδήποτε αμφισβήτηση από οποιαδήποτε Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία του αποκλειστικού χαρακτήρα του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η αρμοδιότητα αυτή είναι αποκλειστικού χαρακτήρα ως προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποκλείεται η αρμοδιότητα οποιουδήποτε άλλου συνοδικού οργάνου οποιασδήποτε Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας για το θέμα αυτό. Και όταν ένα συνοδικό όργανο δεν έχει μια συγκεκριμένη αρμοδιότητα, δεν μπορεί βεβαίως και να την συζητήσει ή να αποφανθεί περί αυτής. Διότι σε μία τέτοια περίπτωση θα έχουμε παραβίαση των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας και ειδικότερα αντιποίηση αρμοδιότητας, η οποία όχι μόνο είναι αποκλειστικού χαρακτήρα αλλά είναι και γνωστό σε όλες και αποδεκτό από όλες τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, ότι δεν τους ανήκει.

Πέραν τούτου, οποιαδήποτε συζήτηση και εμμέσως αμφισβήτηση της αποκλειστικής αυτής αρμοδιότητας, εφόσον λάβει χώρα, συνιστά ταυτοχρόνως και άμεση αμφισβήτηση του κύρους και του υποστατού όλων των Πράξεων περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Αυτό, σημαίνει, ότι οι ίδιες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αμφισβητούν με τον τρόπο αυτόν ευθέως την ίδια την κανονικότητα της υποστάσεώς τους ως Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και την ίδια την αυθυπαρξία τους.

Αλλά, και αν ακόμη μπορούσε να γίνει δεκτό, ότι υπάρχει δυνατότητα αμφισβητήσεως, αυτή θα αφορούσε αναγκαστικώς τυχόν παρέκκλιση από την συγκεκριμένη και μόνον διαδικασία και θα έπρεπε να προβληθεί από μία ή περισσότερες εκ των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και εντός ευλόγου χρόνου από την παρέκκλιση.

Έτσι, π.χ. θα μπορούσε να υποβληθεί ένσταση:

α) εάν το αίτημα περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος δεν θα απευθυνόταν προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά προς άλλη Αυτοκέφαλη Εκκλησία,

β) εάν το αίτημα το υπέβαλλε κάποιος ιδιωτικός φορέας ή οποιαδήποτε Εκκλησία πλην της ενδιαφερομένης ή ένα τρίτο Κράτος, ή το πλήρωμα μίας τρίτης – μη έχουσας σχέση – Εκκλησίας ή συνδυασμός αυτών,

γ) εάν την απόφαση περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου την εξέδιδε η Ιερά Σύνοδος οποιασδήποτε Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, πλην αυτής του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Εάν τώρα, εξειδικεύσουμε τα παραπάνω και τα εφαρμόσουμε στην περίπτωση της κηρύξεως ως Αυτοκέφαλης της Εκκλησίας της Ουκρανίας, θα παρατηρήσουμε, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε συνάδει με αυτήν, η οποία ‐ συνιστώντας έθιμο ‐ είναι κατοχυρωμένη από πλευράς Κανονικού Δικαίου ως ισόκυρη κανονικής διατάξεως. Πάνω απ΄ όλα, όμως, καμία επίσημη ‐ και έγγραφη βεβαίως ‐ ένσταση υποβλήθηκε από οποιαδήποτε Αυτοκέφαλη Εκκλησία σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, αν και όλες θα είχαν έννομο συμφέρον για τέτοια ενέργεια, πολλώ δε μάλλον η Εκκλησία της Ρωσίας.

Συνεπώς, από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η διαδικασία και καμία ένσταση δεν υποβλήθηκε, αυτή κατέστη έγκυρη και κανονική αμετακλήτως, χωρίς πλέον να είναι δυνατή η προσβολή της. Η μόνη ένσταση, η οποία μπορεί να προβληθεί, θα αφορά στο περιεχόμενο του εκδοθέντος Τόμου, επικαλούμενη τυχόν αντίθεση μίας ή περισσοτέρων διατάξεων αυτού σε σχέση με την κανονική νομοθεσία. Με δεδομένη, πάντως, την αδιαμφισβήτητη εμπειρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην σύνταξη ομοίων Πράξεων, η οποία προκύπτει κατ’ αμάχητο τεκμήριο από τον αριθμό των Τόμων παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, που αυτό έχει εκδώσει μέχρι σήμερα και το απρόσβλητο αυτών, ένα τέτοιο λάθος είναι εκτός πάσης συζητήσεως.

Συμπερασματικώς, η παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος, υπό την έννοια της οποίας περιλαμβάνονται τόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και η επακόλουθη αποδοχή της και η τυπικού χαρακτήρα αναγνώριση της νέας αυτοκέφαλης Εκκλησίας, δεν αποτελεί αντικείμενο συζητήσεως και κριτικής άλλου συνοδικού οργάνου, παρά μόνο του μόνου αρμοδίου, που είναι η Ιερά σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πέραν τούτου, μια τέτοια αμφισβήτηση, εφόσον λάβει χώρα, συνιστά ταυτοχρόνως και άμεση αμφισβήτηση του κύρους και του υποστατού όλων των Πράξεων περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει, ότι οι ίδιες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αμφισβητούν με τον τρόπο αυτόν ευθέως την ίδια την κανονικότητα της υποστάσεώς τους ως Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και την ίδια την αυθυπαρξία τους.

Άρα, αναρμοδίως και συνεπώς εσφαλμένως από κανονικής απόψεως, η Ιερά σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου συζήτησε το θέμα της αναγνωρίσεως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας και της μνημονεύσεως του Προκαθημένου της και αποφάσισε την αναβολή και της αναγνωρίσεως και της μνημονεύσεως, καθόσον δεν συμπεριλαμβάνεται στις αρμοδιότητες της, όπως αυτές προκύπτουν από την κανονική νομοθεσία, η ενασχόληση της με αυτά τα θέματα.

Περαιτέρω, ορθώς ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, μνημόνευσε άνευ αδείας κανενός τον νέο Προκαθήμενο, διότι πρόκειται για υποχρέωση του που απορρέει από τους ιερούς κανόνες, αφ’ ης στιγμής η πράξη παραχωρήσεως του αυτοκεφάλου καθεστώτος ισχύει αυτεπαγγέλτως και ουδεμία ένσταση επίσημη υποβλήθηκε κατά του κύρους αυτής. Και τούτο σημαίνει, περαιτέρω, ότι η ενέργειά του αυτή δεν συνιστά παραβίαση του συνοδικού συστήματος, διότι στην περίπτωση αυτή κακώς και αντικανονικώς κινήθηκε ο μηχανισμός του συνοδικού συστήματος.

 

Πηγή: ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ