Στα ταραγμένα μυαλά των αντιεμβολιαστών: Τρεις διάσημοι στοχαστές για τον λαϊκισμό και τις «θεωρίες συνωμοσίας»

Αντιεμβολιαστές διαμαρτύρονται στο Σύνταγμα / Φωτογραφία: Alexandros Michailidis / SOOC

 

Τρεις καθηγητές ρίχνουν φως στο φαινόμενο του νεο-λαϊκισμού και εξηγούν πώς εργαλειοποιείται ο φόβος και το αίσθημα ασφυξίας που γεννούν οι κρίσεις: η οικονομική ύφεση της περασμένης δεκαετίας αλλά και η σημερινή υγειονομική κρίση του Covid-19.

 

Θεωρίες συνωμοσίας για την πανδημία, μαζικές συγκεντρώσεις αντιεμβολιαστών σε όλο τον κόσμο, αρνητές του ιού που καταλαμβάνουν ακόμα και το Καπιτώλιο στηρίζοντας τον συνωμοσιολόγο Τραμπ, fake news στην πολιτική σκηνή, ξενοφοβικές διαδηλώσεις στην καρδιά της Ευρώπης, πολιτικοί που μοιράζουν μη ρεαλιστικές υποσχέσεις… Όλα αυτά τα γεγονότα από την ειδησεογραφία των τελευταίων χρόνων έχουν ένα κοινό: είναι εκφάνσεις του ίδιου ακριβώς φαινομένου, ενός αναδυόμενου νεο-λαϊκισμού, που μέσα στην πανδημία αποκρυσταλλώθηκε και αποτελεί πλέον ένα συμπαγές κοινωνικό μόρφωμα, που απειλεί ευθέως τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Δύο νέα βιβλία, το «Εθνικολαϊκισμός: Η εξέγερση εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας», των Roger Eatwell και Matthew Goodwin, και το «Η ρεβάνς του εθνικισμού: Νεολαϊκιστές και ξενόφοβοι εναντίον της Ευρώπης», του Pierre-Andre Taguieff, τα οποία έχουν προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις διεθνώς και κυκλοφόρησαν πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Επίκεντρο, καταγράφουν τη νέα μορφή που παίρνει ο λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική.

Οι συγγραφείς τους, διακεκριμένοι, έγκριτοι καθηγητές Πανεπιστημίου, περιγράφουν ένα καινούριο φαινόμενο, που άρχισε να σχηματοποιείται από την ανάδυση των άκρων στην Ευρώπη της κρίσης και από την άνοδο του Τραμπ στην Αμερική. Το φαινόμενο του νέου αυτού λαϊκισμού κορυφώνεται και μορφοποιείται με το κίνημα των αντιεμβολιαστών, των συνωμοσιολόγων αρνητών του ιού, των λεγόμενων «ψεκασμένων» σε όλο τον κόσμο, παίρνοντας πια τεράστιες διαστάσεις.

 

Fake news, λαϊκή οργή και μη ρεαλιστικές πολιτικές υποσχέσεις

Όπως αναφέρουν οι Roger Eatwell και Matthew Goodwin, η λέξη «λαϊκισμός» επιλέχθηκε το 2017 από το Cambridge Dictionary ως η λέξη της χρονιάς και όχι τυχαία.

Το Brexit καθώς και η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, το 2016, σχηματοποίησαν ένα νέο πολιτικό φάσμα που καταναλώνει καθημερινά fake news και ψεύτικες πολιτικές υποσχέσεις, οι οποίες δεν έχουν ρεαλιστική εφαρμογή.

Μια μερίδα πολιτικών προσώπων, κυρίως «αλεξιπτωτιστών» που εισέρχονται στην πολιτική ως μεσσίες που θα σώσουν το λαό από τα δεινά του και θα τον απεγκλωβίσουν από τις παγίδες που του στήνουν σκοτεινά κέντρα συμφερόντων, εξαργυρώνουν τη λαϊκή οργή για τις πολλαπλές κρίσεις των πρώτων δύο δεκαετιών του 21ου αιώνα: την οικονομική ύφεση που έπληξε τη μεσαία τάξη, την ανεργία, τις τεράστιες μεταναστευτικές ροές, την τρομοκρατία, την κλιματική αλλαγή και τα ακραία φυσικά φαινόμενα που προκαλεί, όπως φωτιές και πλημμύρες.

Αυτό το κοκτέιλ δυσαρέσκειας, σε συνδυασμό με μια σειρά από πολιτικά σκάνδαλα διαφθοράς που είδαν το φως της δημοσιότητας, αλλά και μια επιμονή σε πολιτικές λιτότητας που έχουν περισσότερο τεχνοκρατικό και λιγότερο κοινωνικό χαρακτήρα, ενέτεινε το αίσθημα δυσπιστίας που είναι και η ρίζα του νέου λαϊκισμού.

Η πανδημία με τα περιοριστικά μέτρα και τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς που έπληξαν τις ατομικές ελευθερίες, καθώς και ο συνωμοσιολογικός τρόπος επικοινωνιακής διαχείρισής της από τον Τραμπ, μορφοποίησε πλέον αυτήν τη δυσπιστία, δίνοντάς της το μέγεθος και τις τρομακτικές διαστάσεις μιας κοινωνικής μάστιγας, μιας απειλής για τη δημοκρατία που έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις, διαβρώνοντας τον κοινωνικό ιστό.

Ο νέος λαϊκισμός, τον οποίο οι τρεις καθηγητές ονομάζουν «Εθνικολαϊκισμό», είναι ένα κράμα από ένα νέου τύπου εθνικισμό που αντιμετωπίζει συνωμοσιολογικά τα ξένα κέντρα λήψης αποφάσεων ως κακόβουλα και επικίνδυνα για την επιβίωση του έθνους, μια λαϊκιστική υπεραπλουστευμένη ερμηνεία της οικονομίας και μια καχυποψία προς την επιστήμη που γιγαντώθηκε μέσα στην πανδημία.

Οι λαϊκιστές ηγέτες κάθε είδους, ιδεολογικοί καθοδηγητές ομάδων όπως, για παράδειγμα, οι οργανωμένοι αντιεμβολιαστές ή πολιτικά πρόσωπα που προσπαθούν να κατακτήσουν μια θέση στο Κοινοβούλιο -«ανεύθυνοι που προσφέρουν απλές λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα, επιζητώντας την εξουσία», σύμφωνα με τον ορισμό των Eatwell και Goodwin- επικαλούνται τη δύναμη του λαού ως απάντηση σε όλες τις σύγχρονες προκλήσεις, εναντιώνονται στην επιστήμη, αμφισβητούν τους μορφωμένους, τους ειδικούς, τους τεχνοκράτες, τους ερευνητές, τους γιατρούς, διότι, όπως υποστηρίζουν, όλοι είναι μέσα στο κόλπο. Δαιμονοποιούν τους ξένους, τους θεσμούς, τα κέντρα λήψης αποφάσεων, γιατί, όπως υπογραμμίζουν, θέλουν το κακό του έθνους. Αμφισβητούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία, την οποία αποκαλούν χούντα, γιατί δεν αντιπροσωπεύει πια το λαό, αλλά τα μεγάλα συμφέροντα. Δυσπιστούν απέναντι στα μίντια αλλά και τα social media (δεν είναι τυχαίο που τα ντοκιμαντέρ που μιλούν με συνωμοσιολογική διάθεση για σατανικούς αλγόριθμους που θέλουν να ελέγξουν τις μάζες έχουν εκατομμύρια views και γίνονται viral).

 

Η δυσπιστία είναι το πρόσφορο έδαφος του λαϊκισμού

O Roger Eatwell, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Bath και δεινός μελετητής του λαϊκισμού, και ο Matthew Goodwin, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Kent, στο βιβλίο τους «Εθνικολαϊκισμός: Η εξέγερση εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας» εξηγούν τον μηχανισμό λειτουργίας του φαινομένου του νεολαϊκισμού σε τέσσερα στάδια-έννοιες: Δυσπιστία, καταστροφή, στέρηση, αποευθυγράμμιση.

Οι συγγραφείς στέκονται ιδιαίτερα στο αίσθημα της δυσπιστίας, το οποίο θεωρούν ότι είναι η ρίζα του νέου λαϊκισμού. Οι πολίτες είναι πλέον δύσπιστοι απέναντι στους πολιτικούς, τους θεσμούς, τα μίντια -και τώρα στην πανδημία και απέναντι στην επιστήμη. Θεωρούν ότι δεν εκπροσωπούνται σε κανένα επίπεδο, ότι οι απόψεις τους δεν εισακούονται, ότι δεν έχουν φωνή και ότι η δική τους οπτική δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στη λήψη αποφάσεων.

«Το 1964, το 70% των Αμερικανών απέρριπτε την ιδέα ότι ο λαός δεν είχε λόγο στα πεπραγμένα της κυβέρνησης. Αλλά το 2021, σχεδόν ένας στους δύο αισθανόταν πλέον ότι δεν εισακούεται. Αυτή η αίσθηση αποκλεισμού είναι ιδιαίτερα έντονη σε όσους αισθάνονται ότι έχουν αφεθεί στη μοίρα τους».

Στην παγκοσμιοποίηση, κατά τους Eatwell και Goodwin, «η λήψη των σημαντικότερων αποφάσεων έχει γίνει ολοένα και και πιο τεχνοκρατική, με βασικές επιλογές να γίνονται από μια κοσμοπολίτικη μορφωμένη τάξη, συχνά εκτός εθνικών συνόρων». Αυτό έχει ως συνέπεια ο λαϊκισμός να παίρνει πολύ συχνά πλέον τη μορφή μιας κοινωνικής, λαϊκής αγανάκτησης απέναντι στις παγκόσμιες ελίτ και μια μορφή έντονης απαξίωσης στους εθνικούς κυβερνώντες, που, όπως τους κατηγορούν, υπακούουν τυφλά στον τεχνοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης που τους επιβάλλεται από έξω.

Στο αριστερό πολιτικό φάσμα αυτή η δυσπιστία παίρνει τη μορφή ενός λαϊκισμού που έχει σχέση περισσότερο με τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, ενώ στο δεξιό πολιτικό φάσμα, στην άκρα δεξιά, ο λαϊκισμός «έχει μια έντονα εθνικιστική διάσταση».

Το δεύτερο στάδιο, μετά τη δυσπιστία, είναι ο φόβος της καταστροφής. Αυτή η αγωνία των πολιτών, που έχουν χάσει την πίστη τους στους θεσμούς και τους κυβερνώντες, «για την πιθανή καταστροφή της εθνικής τους ταυτότητας, των αξιών και του τρόπου ζωής τους», τους οδηγεί στο να πέσουν θύμα των επίδοξων λαϊκιστών και να υιοθετήσουν άκριτα ξενοφοβικές αντιλήψεις ή και σε πολλές περιπτώσεις αντιλήψεις που θεωρούνται ακροδεξιές.

Αυτός ο μηχανισμός, με τα στάδια της «δυσπιστίας» και της «καταστροφής», που αναφέρουν οι Eatwell και Goodwin, εξηγεί ακόμα και το γιατί οι αρνητές του ιού Covid-19 υιοθετούν άκριτα και χωρίς ντροπή ανορθολογικές θεωρίες συνωμοσίας περί ψευδοϊού, οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης του λαού και λοιπά καταστροφολογικής φύσεως εξωφρενικά σενάρια για την πανδημία.

Το αίσθημα της στέρησης που έχουν οι πολίτες μετά την ύφεση της περασμένης δεκαετίας άφησε μεγάλες ανοιχτές πληγές στη μεσαία τάξη και τα πιο χαμηλά οικονομικά στρώματα.

Οι πολιτικές λιτότητας ως θεραπεία στην κρίση του καπιταλισμού, σύμφωνα με τους Eatwell και Goodwin, επέτειναν το αίσθημα ασφυξίας των πολιτών που έχασαν προνόμια του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και αποκλείστηκαν από αγαθά, υπηρεσίες και έναν τρόπο ζωής που μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν συνηθίσει να απολαμβάνουν. Η στέρηση αυτή λοιπόν κάνει τους πολίτες να ακούν τις λαϊκιστικές υποσχέσεις και να πείθονται από όσους τους προτείνουν μη ρεαλιστικές θεωρίες εξόδου από τα αδιέξοδα της καπιταλιστικής οικονομίας που τους εξοργίζουν. Έτσι, οι οργισμένοι αυτοί πολίτες, που η δυσπιστία τους έγινε οργή, φτάνουν στο σημείο να αποξενώνονται από τα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, φλερτάροντας με τα άκρα και υιοθετώντας την πολιτική τους ατζέντα εκδικητικά.

Στην περίπτωση, για παράδειγμα, των συγκεντρώσεων του αντιεμβολιαστικού κινήματος, υπάρχει ένα πολύ παράξενο κράμα εθνικισμού, θρησκοληψίας, ανορθολογισμού, συνωμοσιολογίας που συμμαχεί απέναντι στους επιστήμονες, τα μίντια, τους φορείς και τις κυβερνήσεις που προσπαθούν να χτίσουν ένα τείχος ανοσίας.

 

Ο συνδυασμός εθνικισμού και λαϊκισμού σε ένα νέο πολιτικό φαινόμενο

Ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, ο σπουδαίος Γάλλος φιλόσοφος, ιστορικός των πολιτικών ιδεών και διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας, έχει γράψει μια σειρά από πολύ σημαντικές μελέτες για τη συνωμοσιολογία, αποκρυπτογραφώντας τον τρόπο με τον οποίο οι θεωρίες συνωμοσίας γεννιούνται και διασπείρονται με μεγάλη ταχύτητα στον κόσμο, όχι μόνο τώρα, στα χρόνια του διαδικτύου, όπου μέσω των hoaxes και των fake news έχουν πάρει διαστάσεις πανδημίας, αλλά από τον Μεσαίωνα και μετά.

Στο νέο του βιβλίο, ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ εστιάζει στους κινδύνους ενός καινούργιου φαινομένου, του νεολαϊκισμού, που έχει πλέον σχηματοποιηθεί στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτός ο νεολαϊκισμός έχει το δημαγωγικό ύφος του λαϊκισμού, αλλά φέρει το περιεχόμενο του εθνικισμού.

Ο Γάλλος διανοητής διευκρινίζει ότι δεν μιλά για τον παλιό εθνικισμό, αλλά για την ανάδυση μιας νέας εκδοχής του. Έτσι, μελετάει τα ακροδεξιά κόμματα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής των αρχών του 21ου αιώνα όχι ως διαδόχους της ακροδεξιάς του προηγούμενου αιώνα, αλλά ως αποτελέσματα κοινωνικής διαμαρτυρίας στις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το βιβλίο, που γράφτηκε έξι χρόνια πριν αλλά εκδόθηκε φέτος στη χώρα μας, διαβάζεται με νέο φίλτρο υπό το φως της πανδημίας.

Τα αντιεμβολιαστικά λαϊκιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη, τα οποία έχουν αρχίσει να αντιδρούν με βία στα μέτρα προστασίας από τον ιό, υιοθετούν τη γλώσσα, πολλές από τις ιδέες και το στιλ αντίδρασης των εθνικιστικών οργανώσεων και των λαϊκιστικών πολιτικών μορφωμάτων που την περασμένη δεκαετία εξαργύρωναν τη δυσαρέσκεια των πολιτών από την οικονομική κρίση, φορώντας όμως έναν εθνικιστικό μανδύα.

Διαβάζοντας το βιβλίο κάποιος, είναι εύκολο να κατανοήσει πώς ο φόβος της πανδημίας μπορεί να εργαλειοποιηθεί από τους λαϊκιστές που διεκδικούν την εξουσία, με τον ίδιο τρόπο που οι λαϊκιστές της προηγούμενης δεκαετίας εργαλειοποίησαν το φόβο και τη δυσαρέσκεια της οικονομικής κρίσης.

 

Πηγή