COVID: Ακροδεξιά, αντιεμβολιαστικό κίνημα, Εκκλησία


 

Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως βρισκόμαστε ενώπιον της ήττας της λογικής, της κάθε λογικής. Κυρίως, όμως, βρισκόμαστε ενώπιον της ήττας της αγάπης, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον». Και εκείνο που φοβούνται οι δήθεν -«ντεμέκ» θα το έλεγα- αντιεξουσιαστές των άκρων είναι η κυριαρχία της αγάπης, που ελευθερώνει τον άνθρωπο και επαναφέρει την ελπίδα.

 

Του Χρυσόστομου Σταμούλη*

 

Από πού να ξεκινήσεις και πού να καταλήξεις. Είναι στιγμές που φαίνεται πως όλοι και όλα συνωμοτούν για να αποδείξουν το συντελεσθέν γκρέμισμα. «Φάγαμε ήττα», έγραφα πρόσφατα και κάποιοι έσπευσαν να με κατηγορήσουν για πεσιμισμό, υπερβολές και γενικεύσεις.

Δεν με πείραξε πολύ. Δεν είναι εύκολο τόσα ζευγάρια μάτια να βλέπουν το ίδιο πράγμα. Άλλωστε, το λέει και ο ποιητής: «αλλού τα μάτια, αλλού το θέαμα» (Γ. Θέμελης). Αυτό που πραγματικά  με ανησυχεί, όμως, μαζί  και με θλίβει, είναι, πως σταδιακά πολλοί από αυτούς ήρθαν να συμφωνήσουν με τις «υπερβολές», τις «γενικεύσεις» και τους «πεσιμισμούς» μου.

Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε κανείς να χαρεί. Δεν είναι και λίγο πράγμα η συμφωνία σε μια εποχή γενικής διάσπασης και διαίρεσης. Συμφωνία, όμως, στη διαπίστωση μιας σκληρής ήττας δεν μπορεί να κομίσει καμία χαρά. Τουναντίον, η δικαίωση, μια κάποια έστω δικαίωση,  φέρνει πίκρα και έντονο προβληματισμό.

Καλύτερα θα ήταν να είχα αποτύχει, να είχαμε αποτύχει -ποτέ δεν ήμουν μόνος- στις διαπιστώσεις μας που ακολούθησαν τα γεγονότα που έφερε στο κέντρο της δημόσιας πλατείας της σύγχρονης ιστορίας μας η πανδημία του κορωνοϊού. Κοντά σε αυτά και εκείνη η εκπληκτική υπενθύμιση του πεζογράφου της Θεσσαλονίκης, πως το «δίκαιο μειώνει το μέγεθος του κόσμου που θες να αγκαλιάσεις» (Ν. Γ. Πεντζίκης), η οποία επιτείνει την αμηχανία που γεννά η αίσθηση αδυναμίας κατανόησης της σύγχρονης βαρβαρότητας που έρχεται -ήδη ήλθε- «μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις» (Ο. Ελύτης).

Αναφερόμενος στη θλιβερή και επικίνδυνη έκπτωση μελών της Εκκλησίας πριν από λίγα χρόνια, σε μια ομιλία μου για τον φονταμενταλισμό, το λαϊκισμό και το μεσσιανισμό, έγραφα τα εξής: «Εκείνο, μάλιστα, το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η συμπόρευση και συστράτευση όλων αυτών των θεολογικών και εκκλησιαστικών φωνών με ό,τι συντηρητικότερο  και φασιστικότερο διαθέτει σήμερα η ελληνική κοινωνία∙ συμπόρευση υπόγεια ακόμη και με πολιτικά κόμματα όπως η αντιχριστιανική και οπωσδήποτε αντορθόδοξη Χρυσή Αυγή, που φέρνουν στο προσκήνιο τη μεγάλη αμαρτία του εθνοφυλετισμού, η οποία ως διηθητικός ιός μπαίνει συνεχώς από την πόρτα και τα παράθυρα του οίκου της Ορθοδοξίας και απειλεί τη στατικότητα και τη λειτουργικότητά του.  Και όλα αυτά στο όνομα της Ορθοδοξίας και του τριαδικού Θεού της. Μοιάζει, έτσι, να έχει απόλυτο δίκιο ο O. Clement, όταν με νηφαλιότητα παρατηρεί, πως: «Ο φανατικός  ριζώνει στο άγχος και την αλαζονεία. Διακατέχεται από την ψύχωση της συνωμοσίας και οποιοσδήποτε δεν συμφωνεί μαζί του είναι όργανο των δαιμονικών δυνάμεων. Είναι ένα αβέβαιο ον, αποδιοργανωμένο, ανίκανο να περάσει μέσα στην ετερότητα του άλλου, έτοιμο να σας κολλήσει την ετικέτα του αιρετικού, του αποκλίνοντα, του νεωτεριστή ή του αντιδραστικού».

Η πανδημία, λοιπόν, ήρθε να δικαιώσει με έμφαση τούτες τις πικρές διαπιστώσεις, καθώς έβγαλε, σε μια στιγμή, όλη την παθογένεια της κοινωνίας μας στην επιφάνεια της θάλασσας. Τόσο η ακροδεξιά, με όλες τις μεταμφιέσεις της, όσο και ο πολυπρόσωπος  θρησκευτικός  φονταμενταλισμός, έδειξαν και συνεχίζουν να δείχνουν το απάνθρωπο πρόσωπο του τρόπου μας. Ένα πρόσωπο ικανό να διασύρει την ανθρωπινότητα, να τη βιάσει και εν τέλει να την ακυρώσει ολοκληρωτικά.

Στην προσπάθειά τους αυτή επιστρατεύτηκαν επιχειρήματα και δημιουργήθηκαν άλλοθι. Αρχικά μας είπαν πως δεν υπάρχει κανένας ιός και συνεπώς και κανένας νεκρός. Μετά πως η μάσκα οδηγεί στην  κατάργηση της ελευθερίας του ανθρώπου και αποτελεί ύβρη κατά του Αγίου Πνεύματος. Σε ένα επόμενο στάδιο, καθώς τα κάστρα έπεφταν το ένα μετά το άλλο και οι έωλες επιχειρηματολογίες υποχωρούσαν, στράφηκαν κατά της ανάγκης προφύλαξης του πληθυσμού και διεκδίκησαν τη «χαμένη μας ελευθερία».

Η παράσταση εντέλει κορυφώθηκε με τον αντιεμβολιαστικό αγώνα.  Το εμβόλιο θεωρήθηκε ως εκείνο το μέσον με το οποίο οι σκοτεινές εξουσίες του κόσμου και  οι διεφθαρμένοι εκτελεστές των οργανωμένων σχεδίων τους επέλεξαν να πλήξουν το σύνολο της ανθρωπότητας. Κυρίως, όμως, να πλήξουν την Ελλάδα και τους Έλληνες, την Ορθοδοξία και τους Ορθόδοξους. Όλοι εναντίον ημών. Οι κακοί εναντίον των καλών. Οι σκοτεινοί εναντίον των φωτεινών.

Η αλαζονεία και η αμετροέπεια, οι κινδυνολογίες και οι πονηρές γενικεύσεις έφτασαν με τον τρόπο αυτό στο αποκορύφωμά τους και εκφράστηκαν με πράξεις βίαιες, σκληρές και ως εκ τούτου άκρως επικίνδυνες για την ασφάλεια του πληθυσμού.  Φωνές σαν αυτές του Οικουμενικού Πατριάρχη, του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, των πολιτικών ταγών του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού τόξου και κυρίως των ειδικών επιστημόνων, που με έμφαση δήλωναν, πως δεν κινδυνεύει η πίστη, η πατρίδα και η ελευθερία αλλά ο άνθρωπος, έπεσαν στο κενό, σε ώτα μη ακουόντων.

Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως βρισκόμαστε ενώπιον της ήττας της λογικής, της κάθε λογικής. Κυρίως, όμως, βρισκόμαστε ενώπιον της ήττας της αγάπης, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον». Και εκείνο που φοβούνται οι δήθεν -«ντεμέκ» θα το έλεγα- αντιεξουσιαστές των άκρων είναι η κυριαρχία της αγάπης, που ελευθερώνει τον άνθρωπο και επαναφέρει την ελπίδα.

Αυτή η ελπίδα είναι ζωντανή και θα παραμένει ζωντανή όσο υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι, που ζουν στα όρια της θυσίας, της αλληλεγγύης και του έρωτα. Στα όρια του μαζί και του αγώνα, που συγκροτείται από την αποδοχή της ετερότητας, εκείνων των πολύτιμων ψηφίδων, που αποκαλύπτουν το συντελεσμένο και συνεχώς συντελούμενο έργο του καινούργιου κόσμου.

 

*O Χρυσόστομος Σταμούλης είναι Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας.

 

Πηγή